Συσπειρωση

Συσπειρωση

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Παρουσίαση βιβλίου- Λέρος μια ζωντανή αμφισβήτηση της κλασικής ψυχιατρικής


Η «διοικητική μεταρρύθμιση» στην ψυχική υγεία ως φύλλο συκής της κατασταλτικής ψυχιατρικής

Μέσα σ' ένα νομοσχέδιο «σκούπα», παγιωμένη πλέον τακτική της μνημονιακής διακυβέρνησης, φέρνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. τις διατάξεις για τη «μεταρρύθμιση της διοικητικής οργάνωσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας», μια ακόμα επίπλαστη κίνηση που κυριολεκτικά ισοδυναμεί με απλό «σκούπισμα» των ερειπίων στα οποία έχει οδηγηθεί, από τις ασκούμενες πολιτικές, ο ανέκαθεν πολύπαθος αυτός χώρος.
Την ίδια στιγμή που με το τέταρτο «μνημόνιο διαρκείας» θεσμοθετούνται πολιτικές που επιδεινώνουν περαιτέρω το όποιο έδαφος έχει απομείνει, πάνω στο οποίο μπορούσε να ακουμπήσει και να στηριχτεί το στοιχειωδώς «καλώς έχειν» (η «ψυχική υγεία») του καθενός (με την περαιτέρω μείωση των συντάξεων, την επέκταση της φοροληστείας, την απελευθέρωση/ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, τις χωρίς τέλος ιδιωτικοποιήσεις των «κοινών» και την απεξάρθρωση του δημόσιου), το ψυχιατρικό think tank του ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ή, μάλλον, προσπαθεί να μας πείσει, ότι η αρχή για την όποια αλλαγή στον διαλυμένο χώρο της ψυχικής υγείας, ή για μιαν «επανεκκίνηση» από το τέλμα της, μηδέποτε γενομένης, «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», είναι η «διοικητική μεταρρύθμιση».
- Χωρίς στο ελάχιστο ν' αμφισβητείται ο όλο και πιο κατασταλτικός χαρακτήρα της κυρίαρχης ψυχιατρικής, τα καθημερινά (ως επί το πλείστον αφανή) εγκλήματα που επιτελούνται στο όνομα της «θεραπείας», αλλά πρωτίστως της «προστασίας της κοινωνίας» από τους υποτίθεται «επικίνδυνους» ψυχασθενείς.
- Χωρίς καμιά νύξη για την επικρατούσα ψυχιατρική κουλτούρα και πράξη, για τη δραματική αποψίλωση των μονάδων ψυχικής υγείας από προσωπικό και υλικούς πόρους, για το όργιο των μηχανικών καθηλώσεων και του «θεραπευτικού μονόδρομου» του ψυχοφάρμακου, για την διαρκή και θεωρούμενη ως αυτονόητη (ως «αναγκαία για την θεραπεία» τους) καταπάτηση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, για την συνεχιζόμενη ασυδοσία των ΜΚΟ ψυχικής υγείας.
Ποτέ, ωστόσο, μια πραγματική μεταρρύθμιση δεν είχε ως αφετηρία, ως βάση, διοικητικού χαρακτήρα αλλαγές, ερήμην της καθημερινής πράξης, του τρόπου αντιμετώπισης του ψυχικά πάσχοντος ως υποκειμένου και ισότιμου συνομιλητή, με ό,τι ριζικές ανατροπές σε θεσμικό επίπεδο απαιτούνταν για την πλαισίωση και τη στήριξη αυτής της ριζικά εναλλακτικής προσέγγισης, αυτού του μετασχηματισμού των σχέσεων εξουσίας.
Παρά τις μεγάλες διαφορές τους, οι όποιες αλλαγές, μεταπολεμικά, στα συστήματα ψυχικής υγείας στην Αγγλία, στη Γαλλία και προπαντός στην Ιταλία με τον Fr. Basaglia, βασίστηκαν πάνω σε (και υποκινήθηκαν από) συγκεκριμένες εμπειρίες και πρακτικές, που είχαν ήδη δείξει το θεραπευτικό και χειραφετητικό δυναμικό τους πριν μετουσιωθούν σε νομοθετικές ρυθμίσεις.
Για να φτάσουν, φυσικά, με τη σειρά τους, να γίνουν θεσμοί εξουσίας, που θα έπρεπε και πάλι να αμφισβητηθούν- γιατί μόνο στη διαδικασία της έμπρακτης αμφισβήτησης και ριζικού μετασχηματισμού του εκάστοτε κυρίαρχου θεσμού είναι που ανοίγει ο χώρος για τον πραγματικά «θεραπευτικό παράγοντα», που είναι αδιανόητος χωρίς ελευθερία.
Οπως έχει, επίσης, δείξει η διεθνής εμπειρία, το να ξεκινάει κανείς από την «διοικητική αναδιοργάνωση» του συστήματος ήταν πάντα συνδεδεμένο με την αναπαραγωγή του υπάρχοντος συστήματος στην κατεύθυνση της απονοσοκομειοποίησης, του, νεοφιλελεύθερης κοπής, βίαιου κλεισίματος των ψυχιατρείων, με τις γνωστές συνέπειες που αυτό είχε, και έχει, διεθνώς.
Γνωρίζουμε ότι ο στόχος του κλεισίματος των εναπομεινάντων ψυχιατρείων σ' αυτή τη χώρα, χωρίς τη δημιουργία των αναγκαίων εναλλακτικών, ολοκληρωμένων και κοινοτικά βασισμένων υπηρεσιών, δεν έχει φύγει από το προσκήνιο - απλώς υλοποιείται με λιγότερο θορυβώδεις και ταχύρυθμους τρόπους απ' ό,τι πριν.
Είναι, μάλιστα, πιθανόν ότι ένα από τα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση είναι και το νομοσχέδιο αυτό, σύμφωνα και με τις αρμοδιότητες που δίνει στα Περιφερειακά Διατομεακά Συμβούλια, τα οποία, χωρίς να υπάρχει μια πολιτική ψυχικής υγείας, και πάνω στην έρημο των υπηρεσιών αυτών, θα μπορούν να αποφασίζουν για το κλείσιμο, τη συγχώνευσή τους κ.ο.κ., ανακατεύοντας κατά το δοκούν το χυλό μιας χύτρας όλο και πιο άδειας.
Η «περιφερειοποίηση», που θα είχε νόημα αν υπήρχε μια πολιτική για ένα κοινοτικά βασισμένο σύστημα ψυχικής υγείας με αντίστοιχη κουλτούρα, πόρους κ.λπ., γίνεται τώρα το άλλοθι και το όχημα του ξεφορτώματος των ευθυνών της εσαεί, από εδώ πέρα, μνημονιακής διακυβέρνησης.
Αν στοιχειωδώς, ωστόσο, οι περί την ηγεσία του υπουργείου Υγείας συντάξαντες το νομοσχέδιο ενδιαφέρονταν πραγματικά για ένα κοινοτικά βασισμένο σύστημα, αντί να αναλωθούν στη σύνταξη αυτής της «έκθεσης ιδεών» που αποτελεί αυτό το νομοσχέδιο, μήπως θα έπρεπε να σπεύσουν να ασχοληθούν με κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά, ότι δηλαδή ένα κτίριο στην οδό Πειραιώς, κοντά στο Γκάζι, αξίας 7,3 εκατ. ευρώ, που αγοράστηκε με κονδύλια ΕΣΠΑ για να φτιάξει το ΨΝΑ ένα Κέντρο Ψυχικής Υγείας (βασική μονάδα ενός κοινοτικά βασισμένου συστήματος), αντί γι' αυτό χρησιμοποιείται εδώ και ένα χρόνο για τη στέγαση των εξωτερικών ιατρείων του ψυχιατρείου και οικοτροφείων; Και να εξασφαλίσουν ότι το κτίριο αυτό θα στεγάσει πραγματικά τη λειτουργία για την οποία αγοράστηκε, δηλαδή ενός ΚΨΥ;
Οι ανακοινώσεις που εξέδωσαν πέρσι η Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία (25/4/16) και η Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση (6/6/16) έχουν καλύψει πλήρως τον επίπλαστο και προσχηματικό χαρακτήρα του νομοσχέδιου αυτού.
Το νομοσχέδιο μιλάει για τομεακές επιτροπές χωρίς να υπάρχει στην πράξη τομεοποίηση, με την περιοχή, π.χ., του λεκανοπεδίου των περίπου 5 εκατ. κατοίκων να διαιρείται σε μόλις έντεκα γιγαντο-τομείς (επί χάρτου, βέβαια, καθώς οι υπηρεσίες, εδώ και πάνω από 30 χρόνια που υπάρχει υποτίθεται ψυχιατρική μεταρρύθμιση, δεν λειτουργούν, και αρνούνται να λειτουργούν, σε τομεοποιημένη βάση).
Και αυτό τη στιγμή που, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, ένας Τομέας Ψυχικής Υγείας δεν μπορεί να έχει πάνω από 100.00 κατοίκους, τις ανάγκες των οποίων πρέπει να καλύπτει ένα Κέντρο Ψυχικής Υγείας και μια ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου, από κοινού με το όλο πλέγμα των κοινοτικών υπηρεσιών που αρθρώνονται και συνδέονται με αυτές τις μονάδες.
Εξίσου επίπλαστη και προσχηματική είναι η υποτιθέμενη «φωνή» που δίνει το νομοσχέδιο στα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία και στους συλλόγους των οικογενειών, που εκπρόσωποί τους θα συμμετέχουν στις τομεακές επιτροπές. Εκτός του ότι αυτή η συμμετοχή έχει, σ' ένα βαθμό, νομοθετηθεί εδώ και λίγα χρόνια, το κυριότερο είναι ότι αυτοί οι εκπρόσωποι χρησιμοποιούνται ως διακοσμητικό στοιχείο, ως η έξωθεν καλή μαρτυρία, καθώς λόγος πραγματικός και εξουσία πραγματική ποτέ δεν τους δίδεται.
«Γιατί είναι η κυρίαρχος λόγος, ο ταυτοποιημένος με την αστική εξουσία, που διανέμει τους τρόπους, τους χρόνους και τους χώρους στους οποίους μπορούν να μιλάνε, αλλά με τους δικούς του όρους, με τη δική του γλώσσα», αυτή του κράτους και της κυρίαρχης ψυχιατρικής.
Στη βάση και της εμπειρίας από τα δύο χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ: οι ατέρμονες συζητήσεις στις επιτροπές του Υπουργείου, πού κατέληξαν, σε ποια έμπρακτη αναγνώριση και κατοχύρωση των δικαιωμάτων, σε ποια έστω στοιχειώδη αλλαγή του «τρόπου σκέψης και πράξης» της κυρίαρχης ψυχιατρικής, σε ποια μεταρρυθμιστική πρακτική;
Προς το τέλος της «σκούπας» υπάρχει και η διάταξη για την ΑΕΜΥ ΑΕ – έναν φορέα ενδιάμεσο ανάμεσα στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, που θα εμπλέκεται, μεταξύ άλλων, και στη διάσωση των δομών ΜΚΟ που, για διάφορους λόγους, κλείνουν, αλλά που οι εργαζόμενοί τους θα μπορούν να συνάψουν μόνο απευθείας ατομικές συμβάσεις έργου με την ΑΕΜΥ, το πολύ για ένα χρόνο, διατηρώντας το ασφαλιστικό φορέα στον πιο ήταν, αλλά χάνοντας όλα τα δικαιώματά του, καθώς μετά, η ΑΕΜΥ θα μπορεί να προλαμβάνει όποιον και όσους θέλει, και με τους όρους που θέλει.
Ταυτόχρονα θεσμοθετείται η δυνατότητα απόσπασης υπαλλήλων του δημοσίου στην ΑΕΜΥ (με απροσδιόριστους τους όρους μισθοδοσίας και των λοιπών δικαιωμάτων, αν θα παραμείνουν αυτοί που ήταν πριν ή αν θα είναι αυτοί που ισχύουν στην ΑΕΜΥ).
Η πρακτική διάσταση στα νομοθετήματα της «πρώτη φορά αριστεράς» δεν υπάρχει στις «αριστερόμορφες» και καθαρά λεκτικές διακηρύξεις και ρυθμίσεις. Πρακτική διάσταση, δηλαδή, εφαρμογή, υπάρχει μόνο όταν αυτά πλήττουν δικαιώματα και κεκτημένα.
Και εν προκειμένω, στο χώρο της ψυχικής υγείας, η μόνη πρακτική συνέπεια που μπορεί να έχει αυτό το νομοσχέδιο για την «διοικητική μεταρρύθμιση» είναι ν΄ αποτελεί ένα βοηθητικό εργαλείο για το όπως-όπως κλείσιμο των ψυχιατρείων.
Την ίδια στιγμή που ένα άλλο νομοσχέδιο, αυτό που μόλις πρόσφατα ανακοινώθηκε και αφορά τους λεγόμενους «ακαλόγιστους» του αρ. 69 ΠΚ, είναι πιο άμεσα «πρακτικό» καθώς, πέρα από τις όποιες μεγαλόσχημες διακηρύξεις για εναλλακτικές προσεγγίσεις/ρυθμίσεις στο ζήτημα της λεγόμενης «επικινδυνότητας» και της μεταχείρισης των ανθρώπων αυτών, αυτό που εισάγει, και που είναι προς άμεση εφαρμογή, είναι αυτό που η ιερά συμμαχία ψυχιατρικής κοινότητας (δημόσιου και ΜΚΟ) και δικαστικού σώματος περιμένει με ανυπομονησία (και πιέζει) εδώ και πολύν καιρό: το «ειδικό τμήμα» (το «ειδικό κολαστήριο» θα έπρεπε από τώρα να λέγεται) για τον εγκλεισμό των «ακαταλόγιστων».
Παρ' όλο, βέβαια, που ορισμένοι καλοθελητές έτσι χαρακτηρίζουν και τα τμήματα στα οποία τώρα νοσηλεύονται/φυλάσσονται οι ασθενείς αυτοί, ως «ειδικές ψυχιατρικές πτέρυγες», ενώ είναι σε όλους γνωστό ότι τέτοια τμήματα δεν υπάρχουν στο ΨΝΑ και στο Δρομοκαΐτειο, όπου οι ασθενείς με το καθεστώς του άρ. 69 νοσηλεύονται στα τμήματα εισαγωγών όπως όλοι οι άλλοι ασθενείς.
Η αμφισβήτηση του «κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος» και η μετάβαση πέρα από αυτό, προς μια ριζικά εναλλακτική ψυχιατρική κουλτούρα, πρακτική και οργάνωση υπηρεσιών, προφανώς δεν αφορά αυτούς που υπηρετούν την «υπάρχουσα τάξη πραγμάτων» (πολιτική, κοινωνική, θεσμική) - παρ' όλο που κατά κόρον χρησιμοποιούν τον όρο («αλλαγή παραδείγματος» κ.λπ.) ως λεκτικό πυροτέχνημα.
Είναι υπόθεση κοινωνικού κινήματος «από τα κάτω», λειτουργών ψυχικής υγείας που παλεύουν καθημερινά προς αυτή την κατεύθυνση, ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία ανεξάρτητα οργανωμένων, συλλόγων οικογενειών, κοινωνικών συλλογικοτήτων, που όχι απλώς οραματίζονται, αλλά και έμπρακτα παλεύουν προς μιαν άλλη, ριζικά εναλλακτική «κοινωνική τάξη πραγμάτων».   


1/3/2017
Αστρινάκης Γιώργος, ψυχίατρος
Κοκκινάκος Γιώργος, ψυχίατρος
Μάτσα Κατερίνα, ψυχίατρος
Μεγαλοοικονόμου Θόδωρος, ψυχίατρος
Μπαϊρακτάρης Κώστας, αν. καθηγητής Ψυχολογίας ΑΠΘ

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Νομοσχέδιο για τους «ακαταλόγιστους δράστες»: προς το καλύτερο ή το χειρότερο;

Νομοσχέδιο για τους «ακαταλόγιστους δράστες»: προς το καλύτερο ή το χειρότερο;

Η ζυγαριά της Θέμιδας ΦΩΤ. ΑΡΧΕΙΟΥ
Μ΄ ένα νομοσχέδιο, με τίτλο «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής», το οποίο, παρά τη σοβαρότητα και την πολυπλοκότητα του ζητήματος, τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση μόλις για μια βδομάδα, τα αρμόδια Υπουργεία (Υγείας και Δικαιοσύνης) αποφεύγουν, για μιαν ακόμη φορά, να θίξουν το πρόβλημα στη ρίζα του, επιχειρώντας μιαν απλώς νέα, πιο νομότυπη και ιδρυματικά «αποτελεσματική» διαχείρισή του.
Μέχρι τώρα αυτό που κυριαρχεί σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των ατόμων που έχουν διαπράξει αδίκημα, για το οποίο κρίνονται «ακαταλόγιστοι» λόγω ψυχικής (ή διανοητικής) διαταραχής, είναι μια κατάσταση πλήρους ανομίας και αυθαιρεσίας, ένα απαύγασμα αλληλοαναιρούμενων διαδικασιών ως η κανονικότητα του εν λόγω πεδίου. Οταν, πχ, ο νόμος  (αρ. 69 ΠΚ) προβλέπει ότι «το δικαστήριο διατάσσει την φύλαξη σε δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα, εφόσον κρίνει ότι είναι επικίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια», την ίδια στιγμή που δεν υπήρξε ποτέ το «δημόσιο θεραπευτικό κατάστημα» που, τουλάχιστον στο τυπικό μέρος, να λειτουργεί στη βάση των όρων της «φύλαξης» : οι έγκλειστοι «ακαταλόγιστοι» του αρ. 69 νοσηλεύονται στα τμήματα εισαγωγών του ψυχιατρείων από κοινού με όλους τους άλλους νοσηλευόμενους, ενώ ακόμα και το τμήμα των «ακαταλογίστων» του ΨΝΘ δεν πληροί τους όρους του, βάσει του νόμου, ειδικού «θεραπευτικού καταστήματος». Σημειωτέον ότι ο νόμος μιλάει για «φύλαξη», αλλά όχι για «θεραπεία», την οποία ακριβώς  αντιστρατεύονται οι όροι της φύλαξης.
Όταν, επομένως, δεν προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η χορήγηση θεραπευτικών αδειών στους εν λόγω εγκλείστους (πράγμα που είναι αναπόσπαστο στοιχείο της θεραπείας τους), τη στιγμή που οι περισσότεροι ψυχίατροι χορηγούν, με άτυπες διαδικασίες, αυτές τις άδειες, με αποτέλεσμα κάποιοι από αυτούς να βρεθούν στο εδώλιο ως κατηγορούμενοι γιατί απλώς έκαναν το καθήκον τους ως θεραπευτές. Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι, βάσει της υπάρχουσας νομοθεσίας, μόνο σε δυο κατηγορίες κρατουμένων δεν επιτρέπεται η άδεια, στους ενόχους εσχάτης προδοσίας και στους «ακαταλόγιστους» του αρ. 69!!! Βέβαια, μ΄ έναν άκρως αυθαίρετο τρόπο, η εφαρμογή του μέτρου αυτού επεκτείνεται σήμερα και σε άλλες κατηγορίες, προσδιοριζόμενων ως «επικίνδυνων», κρατουμένων, αλλά δεν είναι του παρόντος.
Μια άλλη από τις αντιφάσεις είναι η διαμονή πολλών εκ των «εγκλείστων» αυτών σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές (ξενώνες, οικοτροφεία) ενώ δεν έχει αρθεί το μέτρο της φύλαξης - διαμένουν, δηλαδή, με απόφαση (και πολύ σωστά) του θεράποντος ψυχιάτρου και εν γνώσει των διοικήσεων των ψυχιατρείων, σε εξ’  ορισμού μη φυλασσόμενες δομές.
Τέλος, το αρ. 70 ΠΚ που προβλέπει ότι «η φύλαξη συνεχίζεται όσο χρόνο το επιβάλει η δημόσια ασφάλεια» (δηλαδή, με απόφαση του ψυχιάτρου ή του δικαστή μπορεί ο «ακαταλόγιστος» να κάτσει και εφ΄ όρου ζωής μέσα, πολύ περισσότερο απ΄ όσο αν έπαιρνε ποινή για το αδίκημά του), επισημαίνει, επίσης, ότι «κάθε τρία έτη το δικαστήριο…. αποφασίζει αν η φύλαξη θα εξακολουθήσει» και προσθέτει ότι «το ίδιο δικαστήριο μπορεί, όμως, οποτεδήποτε, με αίτηση του εισαγγελέα ή της διεύθυνσης του καταστήματος (δηλαδή, με την γνωμάτευση του ψυχιάτρου) να διατάξει την απόλυση εκείνου που φυλάσσεται». Πολλοί, όμως, δικαστές και εισαγγελείς (αλλά και ψυχίατροι) συνηθίζουν να θυμούνται μόνο τη φράση με τα τρία χρόνια, αλλά να «ξεχνούν» το υπόλοιπο του άρθρου, με αποτέλεσμα να απορρίπτονται (ή να μην εισάγονται) υποθέσεις όταν δεν έχουν παρέλθει τουλάχιστον τα τρία χρόνια.
Πλέον αυτών, στη διάρκεια του χρόνου, ορισμένοι, ενίοτε όλοι, οι έγκλειστοι του αρ. 69 έγιναν ανεπιθύμητοι στα ιδρύματα όπου «φυλάσσονται», είτε γιατί είναι δύσκολοι στην διαχείρισή τους (με έσχατη αιτία την απουσία κατάλληλης θεραπευτικής κουλτούρας και επαρκούς και κατάλληλα εκπαιδευμένου θεραπευτικού προσωπικού), είτε και γιατί καταλαμβάνουν, για απροσδιόριστη χρονικά περίοδο (ετών), κρεβάτια που θα μπορούσαν να διατίθενται για τις νέες εισαγωγές.
Το αίτημα «από τα κάτω» (ψυχίατροι και προσωπικό των ψυχιατρείων) και η επεξεργασία «από τα πάνω» (πανεπιστημιακοί της ψυχιατροδικαστικής και στελέχη/σύμβουλοι των διαδοχικών ηγεσιών του Υπουργείου) ήταν η δημιουργία «ειδικού χώρου» για τον εγκλεισμό τους. Όχι μια εναλλακτική προσέγγιση στην πολυπλοκότητα του προβλήματος, αλλά ένας άλλος χώρος.
Και έρχεται τώρα αυτό το νομοσχέδιο να δώσει «απαντήσεις» σε όλα αυτά. Αυτό που κάνει, είναι, διατηρώντας την ουσία, και επί του εδάφους του υπάρχοντος συστήματος, να θεσμοθετεί δομές και διαδικασίες «διαβαθμισμένης επικινδυνότητας».
Κάποιοι ασθενείς θα εισάγονται σε «ειδικό τμήμα δημόσιου ψυχιατρικού νοσοκομείου γενικού νοσοκομείου». Εχουμε, δηλαδή, την ίδρυση «δικαστικού ψυχιατρείου», έστω με λίγες κλίνες, όπως αναφέρεται (αυτό, όμως, είναι όπως πάντα, σχετικό, γιατί όλα αυτά αρχίζουν με «λίγες» κλίνες που μετά πολλαπλασιάζονται - η ιδρυματική ιστορία είναι πολύ εύγλωττη επί του προκειμένου), καθώς, μάλιστα, θα είναι, για την λειτουργία του, υπό την εποπτεία εισαγγελέα. Ισως, μάλιστα, να επιλεγεί και η γραμμή για πολλά «μικρά» δικαστικά ψυχιατρεία, αν και λίγο δύσκολο- ίσως το πολύ δυο.
Είναι ενδιαφέρουσα η φρασεολογία του νομοσχεδίου για την στελέχωσή τους,  ότι «η θεραπευτική ομάδα αποτελείται κυρίως από ψυχιάτρους, νοσηλευτές, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς…». Το «κυρίως» τι χρειάζεται;. Μήπως θα είναι και άλλοι, δηλαδή, πρωτίστως φύλακες; Κι΄ αμέσως παρακάτω : «το διοικητικό και λοιπό προσωπικό… λαμβάνει την κατάλληλη εκπαίδευση…». Πού ακούστηκε τμήμα ψυχιατρείου (ή γενικού νοσοκομείου) με «λίγες κλίνες» (τι είναι το «λίγες» για τους συντάξαντες; πέντε, δέκα ή εκατό;) να έχει και δικό του διοικητικό προσωπικό; Αρα, για κάτι άλλο πρόκειται εδώ. Και επίσης, το «λοιπό προσωπικό», είναι αυτό που κρύβεται πίσω από το άνωθεν «κυρίως», δηλαδή, φύλακες, φρουροί κοκ;
Κι αν υπάρχει το «ειδικό τμήμα», τότε γιατί προτείνεται εκτέλεση του μέτρου ασφαλείας και σε κανονικό ψυχιατρικό τμήμα (όπως και τώρα δηλαδή); Προφανώς αυτό θα αφορά τους πιο «διαχειρίσιμους» ασθενείς, που, όμως, σύμφωνα με την φρασεολογία του νομοσχεδίου, θα «τοποθετούνται» εκεί - δεν θα είναι για νοσηλεία (αυτονόητη όταν και για όσο χρειάζεται), αλλά για επ΄ αόριστον παραμονή, απλώς γιατί θα είναι πιο «καλοί και ευπειθείς».
Τέλος, υπάρχει το «κερασάκι», η δυνατότητα για υποχρεωτική θεραπεία και ψυχιατρική παρακολούθηση, στα εξωτερικά Ιατρεία, από Κέντρο Ψυχικής Υγείας, ή Κινητή Μονάδα. Με τη λογική του εξωτερικού ιατρείου (με την μερικότητα της αντιμετώπισης των αναγκών  που την διακρίνει, τον συνταγογραφικό της χαρακτήρα κλπ) τελείως ανεπαρκή - όχι μόνο γι΄ αυτές τις περιπτώσεις, αλλά και για το είδος της φροντίδας που προσφέρεται στην κανονική «πελατεία» του. Με τα ΚΨΥ, που θα ήταν η ενδεδειγμένη λύση - στο βαθμό που θα έκαναν ολοκληρωμένη κοινοτική φροντίδα - να είναι από ανύπαρκτα έως άκρως υποστελεχωμένα και υπολειτουργικά. Και τις Κινητές Μονάδες, που ανήκουν όλες σχεδόν σε ΜΚΟ, να είναι, επίσης,  υποστελεχωμένες,  με επισκέψεις που ενίοτε, σε κάποια μέρη, μπορεί να φτάσουν να γίνονται μόλις μια φορά το μήνα.
Είναι τελείως ασαφές με ποια κριτήρια θα επιλέγεται το είδος της δομής για την εκτέλεση του μέτρου ασφάλειας (αν και είναι προφανές ότι έχει να κάνει με το πόσο «επικίνδυνος» και «δύσκολος» κρίνεται ο «δράστης»), αλλά σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 12 του νομοσχέδιου, είναι ο εισαγγελέας που επιλέγει όχι μόνο την πιο κοντινή στον τόπο κατοικίας, αλλά και αυτήν που «κρίνεται καταλληλότερη».
Υπάρχει η πρόβλεψη ότι θα μπορεί ο εγκλεισμός στο «ειδικό τμήμα» στο νοσοκομείο να αντικαθίσταται από την «υποχρεωτική θεραπεία» εκτός (αν και δεν φαίνεται κάπου ότι αυτό θα μπορούσε να κριθεί από την αρχή ως το πιο κατάλληλο μέτρο), ενώ το μόνο θετικό στο όλο νομοσχέδιο είναι ότι, επιτέλους, θα μπορούν να δίνονται θεραπευτικές άδειες - αν και, ακόμα και εδώ, υπάρχει ο άνωθεν έλεγχος, καθώς η χορηγούμενη άδεια θα πρέπει να τίθεται υπόψιν του αρμόδιου εισαγγελέα.
Αυτές οι διατάξεις καταλήγουν, ωστόσο, να λειτουργούν εξωραϊστικά καθώς έρχονται να συνοδέψουν μια πρωτοφανή κατασταλτική πολιτική που εισάγεται για πρώτη φορά μέσω νομοθεσίας. Για πρώτη φορά, δηλαδή, αναφέρεται σε νόμο η έγκριση της πρακτικής της μηχανικής καθήλωσης και της απομόνωσης, με όλα τα προσχηματικά περιτυλίγματα περί τήρησης πρωτοκόλλου, ως η έσχατη λύση κλπ. Οπως μάλιστα προβλέπεται στο άρθρο 11, το «ειδικό τμήμα» θα «διαθέτει την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και εξοπλισμό…».
Γνωρίζουμε πώς τηρούνται τα πρωτόκολλα σε όλες τις ψυχιατρικές μονάδες νοσηλείας (και όχι μόνο), με τον γιατρό, ενίοτε, απλώς να υπογράφει διεκπεραιωτικά την ανανέωση της εντολής για καθήλωση, με τις εντολές για τη τέλεσή της από τηλεφώνου, με τους όχι σπάνιους θανάτους μηχανικά καθηλωμένων ασθενών-των οποίων η αιτία θανάτου είναι η μηχανική καθήλωση. Υπήρξε, πρόσφατα, τέτοιο περιστατικό στο Δαφνί. Γνωρίζουμε, επίσης, για ασθενή του αρ. 69 επί μήνες καθηλωμένο.
Είναι αυτή η πάγια, συστατική της φύσης της, πρακτική μιας κυρίαρχης ψυχιατρικής, που ποτέ δεν μεταρρυθμίστηκε και ποτέ δεν άλλαξε - πρακτική η οποία εφαρμόζεται σε ένα μεγάλο ποσοστό των καθημερινά εισαγόμενων στις ψυχιατρικές μονάδες για νοσηλεία, που σε ποσοστό πάνω από 60% είναι ακούσια νοσηλευόμενοι (αν και, ενίοτε, ακόμα και εκούσιοι καθηλώνονται). Τώρα έχουμε και την πρώτη νομοθετικού χαρακτήρα επιδοκιμασία αυτών των βάρβαρων πρακτικών – όταν, πχ, υπάρχουν εναλλακτικά  παραδείγματα, όπως η περίπτωση της νομαρχίας Friuli-Venezia-Giulia στην Ιταλία, που εξέδωσε πρόσφατα οδηγία για κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων σε όλες τις νοσοκομειακές και προνοιακές μονάδες. Δε λέμε να γίνουμε «Τεργέστη», αλλά, τουλάχιστον, ας μη κατοχυρώνουμε νομοθετικά αυτές τις πρακτικές. Το ότι το κάνουμε, σημαίνει ότι υπάρχει μια πολιτική προς αυτή την κατεύθυνση. Μια πολιτική που συγκροτείται σωρεύοντας ως υλικά της αδιέξοδες και απελπιστικές καταστάσεις μέσα στα ψυχιατρεία και τα κάνει νόμους, δίνοντας νομική υπόσταση και κατοχύρωση στην βαρβαρότητα που ασκείται καθημερινά - αντί να επιδιώκει την επινόηση, την έμπρακτη άσκηση και την νομοθέτηση εναλλακτικών απαντήσεων, που υπάρχουν.
Η γραμμή στην οποία κινείται το νομοσχέδιο γίνεται ακόμα πιο αποκρουστική όταν αναφέρεται, στο άρθρο 16, στη στείρωση και στη λοβοτομή, για τις οποίες λέει ότι «απαγορεύονται απολύτως… όπως και άλλες ανάλογες θεραπείες και επεμβάσεις οι οποίες προκαλούν μη αναστρέψιμες καταστάσεις στην υγεία του ατόμου, κυρίως όταν αυτό δεν είναι ικανό να δώσει ελεύθερη συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης». Δηλαδή, μπορεί το άτομο να επιλέξει τη λοβοτομή ή τη στείρωση, που, κατά τους νομοθέτες, μπορούν να γίνονται, είναι νόμιμες επεμβάσεις, αρκεί να το άτομο να το θέλει. Να υπάρχει “informed consent”. Από τη μια, το νομοσχέδιο αποδέχεται αυτές τις δολοφονικές πρακτικές ως νόμιμες ιατρικές πρακτικές και, από την άλλη, αφήνει, τάχατες, την ευθύνη επιλογής στον ασθενή, που γνωρίζουμε κάτω από ποιές συνθήκες μπορεί να βρίσκεται και να αποφασίζει στο ως άνω περιγραφόμενο «ειδικό τμήμα» (και όχι μόνο σ΄ αυτό) και πώς, ταυτόχρονα, του αποσπάται το «informed consent” - όχι μόνο γι΄ αυτό αλλά και για πολλά πράγματα.
Οπως ήδη ειπώθηκε, το νομοσχέδιο αυτό δεν κάνει άλλο από το να προσπαθεί να κανονικοποιήσει την υπάρχουσα ανομία δίνοντάς της νομική υπόσταση, κάνοντας την ανομία νόμιμη,  με τις όποιες εκσυγχρονιστικές διατάξεις και κυρίως φράσεις ως απλό σερβίρισμα μιας πιο ασφυκτικής διαχείρισης αυτού που κοινωνικά κατασκευάζεται ως «επικινδυνότητα» - ως ιδιότητα του ατόμου και όχι ως αυτού που πραγματικά είναι : προϊόν κοινωνικών σχέσεων, μιας κατάστασης και όχι του ατόμου. Μοιάζει να μιμείται, αλλά με τα γνωστά ελληνικά δεδομένα, από τη μια, το βρετανικό μοντέλο με τις δομές «διαβαθμισμένης επικινδυνότητας» (high security, medium security, low security) και, από την άλλη, να εισάγει την δυνατότητα υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα, περισσότερο ως λεκτική συνοδεία πιο κλειστών και κατασταλτικών θεσμών, όπως το «ειδικό τμήμα».
Παρόλο που θέτει ανώτατο όριο χρονικής διάρκειας για το μέτρο ασφάλειας, αυτό θα μπορεί να ανανεώνεται ανάλογα με την εκάστοτε δικαστική απόφαση (αλλά αυτό δεν γίνεται, στην πράξη, και τώρα;) και να συνεχίζεται επ΄ άπειρον, έστω και υπό την μορφή των κανονισμών της «υποχρεωτικής θεραπείας».
Ακόμα και σε αυτούς που κρίνονται με μειωμένο καταλογισμό, προβλέπεται, στο βαθμό που δεν υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της ποινής, η παραμονή τους στο γνωστό «ψυχιατρείο» του Κορυδαλλού, ενώ δεν προβλέπεται η εκτέλεση της ποινής τους με εναλλακτικούς τρόπους, εκτός των φυλακών (πόσο μάλλον για τους «ακαταλόγιστους»). Οταν υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της ποινής, θα μπορεί να βρεθούν στις δομές που θα υπάρχουν για τους «ακαταλόγιστους», στο βαθμό που κρίνονται (και πόσο) «επικίνδυνοι». Η μέχρι τώρα εμπειρία από τις ασκούμενες πρακτικές είναι ότι πολλοί με μερικό καταλογισμό, που μπαίνουν στο ψυχιατρείο του Κορυδαλλού, αποφυλακίζονται, όταν λήξει η ποινή τους, από αυτό και πετιούνται στο δρόμο. Δεν φαίνεται ν΄ αλλάζει κάτι επί του πρακτέου με το νέο νομοσχέδιο.
Φυσικά, το νομοσχέδιο δεν ακουμπάει το ζήτημα από το οποίο θα έπρεπε να ξεκινήσει όποιο εγχείρημα θα αποσκοπούσε ν΄ αλλάξει, έστω και στο ελάχιστο, την υπάρχουσα κατάσταση. Και αυτό αφορά την εννοιολογική αποδόμηση (καθώς και των θεσμικών συμπαρομαρτούντων) της «επικινδυνότητας», της ανικανότητας και του «ακαταλόγιστου». Η όποια αλλαγή στο εν λόγω πεδίο μπορεί να αποχτήσει ουσιαστική βάση μόνο στο βαθμό που αμφισβητείται το «ακαταλόγιστο» ως μια μορφή απο-υποκειμενοποίησης του ψυχικά πάσχοντος ατόμου. Μπορούμε να μιλάμε το πολύ για «μερικό καταλογισμό», αλλά το «ακαταλόγιστο» δεν θα έπρεπε ν΄ ανήκει στην ψυχιατρική. Μπορεί να υπάρχει σε μιαν οργανική εγκεφαλική βλάβη, σε μια συγχυτική κατάσταση του προσώπου, βιολογικής αρχής, αλλά όχι στην ψυχική αρρώστια.
Μάλιστα, σ΄ αυτή την κατεύθυνση, ουσιαστικό ρόλο παίζει ο τρόπος που γίνονται και συντάσσονται οι πραγματογνωμοσύνες - κάτι στο οποίο δεν γίνεται καμιά αναφορά στο νομοσχέδιο, αν και είναι στη βάση αυτών που καθορίζεται η τύχη του ατόμου. Θα αναφέρονται, ως συνήθως, απλώς στην αφηρημένη οντότητα μιας διάγνωσης που εξηγεί τα πάντα, στη βάση του κοινωνικού (αλλά και ψυχιατρικού) στερεότυπου μιας (ανύπαρκτης) γραμμικής σχέσης ανάμεσα στην ψυχική αρρώστια και την επικινδυνότητα, ή σε μια ιστορία ενός υποκειμένου αναπάντητων αναγκών και αγνοημένων δικαιωμάτων;
Στη βάση των ανωτέρω, η αναγνώριση του ψυχικά πάσχοντος δράστη ως υποκειμένου με πλήρη δικαιώματα, μεταξύ άλλων και του δικαιώματος να σταθεί μπροστά στο δικαστήριο και να κριθεί για την όποια πράξη του, η εισαγωγή και η συγκεκριμένη εφαρμογή των εναλλακτικών (εκτός φυλακής) ποινών, συνδέεται όχι με καταστήματα κράτησης (με συνθήκες που, όπως έχει δείξει η εμπειρία, καταλήγουν πάντα χειρότερα από φυλακές), αλλά με τη δημιουργία κοινοτικά βασισμένων υπηρεσιών ψυχικής υγείας που θα μπορέσουν να τον ακούσουν, να διατρέξουν την ιστορική του διαδρομή, να κατανοήσουν και να απαντήσουν στις ανάγκες του, αναλαμβάνοντας με ολοκληρωμένο τρόπο την θεραπευτική του φροντίδα - με την υποχρεωτική, όσο διαρκεί το «μέτρο ασφάλειας», εφαρμογή της. Μια μορφή επιτηρούμενης ελευθερίας συνδεδεμένης μ΄ ένα θεραπευτικό πρόγραμμα.
Αλλά αυτό θα προϋπέθετε την ριζική αμφισβήτηση του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος, και ταυτόχρονα του τρόπου συγκρότησης και λειτουργίας του ποινικού/δικαστικού συστήματος, η «ιερά συμμαχία» των οποίων δεν μπορεί να υπάρξει, εν προκειμένω, χωρίς τον κεντρικό χαρακτήρα του «ειδικού τμήματος».
Με το ψυχιατρείο του Κορυδαλλού, μετά την «αναβάθμισή» του με την ένταξή του στο ΕΣΥ, ν΄ αποτελεί έναν πολύ πιθανό, και ταυτόχρονα πολύ οικονομικό, προορισμό.
*ψυχίατρος

Το αδύνατο που έγινε δυνατό

Το αδύνατο που έγινε δυνατό

psixiatreio_lerou.jpg

Ψυχιατρείο Λέρου Αυτό που είναι ο τρόφιμος του ψυχιατρείου είναι αυτό στον οποίο τον έχει μετατρέψει το ψυχιατρείο | Antonella Pizzamiglio
Στον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων επικρατεί το αδιαχώρητο κατά την παρουσίαση του βιβλίου του ψυχίατρου Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου «Λέρος - Μια ζωντανή αμφισβήτηση της κλασικής ψυχιατρικής».
Οι πρωταγωνιστές της αποϊδρυματοποίησης του ψυχιατρείου είναι εκεί για να συνομιλήσουν με το κοινό.
Η αναδρομή στην εμπειρία της Λέρου, αν και ανολοκλήρωτη, υπήρξε· ήταν δυνατή· έγινε.
Μια εμπειρία ριζικού μετασχηματισμού του ψυχιατρικού θεσμού καθώς και των κοινωνικών στάσεων.
Εκεί και τότε, αποκαταστάθηκαν τα ανθρώπινα δικαιώματα σε έναν πληθυσμό που αφού διαγνώστηκε, κρίθηκε επικίνδυνος προκειμένου να νομιμοποιηθεί ο εγκλεισμός του σε χώρους απομόνωσης και άσκησης βίας, σε χώρους κοινωνικού και φυσικού θανάτου για χιλιάδες συνανθρώπους μας: στα ψυχιατρεία.


Ψυχιατρείο Λέρου Antonella Pizzamiglio
Τον Δεκέμβριο του 1981, στο Ελληνογαλλικό Συμπόσιο Κοινωνικής Ψυχιατρικής, η ομάδα των γιατρών της Λέρου, όπως έμεινε στην ιστορία, καταγγέλλει την κατάσταση στο ψυχιατρείο του νησιού διεκδικώντας παράλληλα τη διακοπή των διακομιδών και την οριστική κατάργησή του. Η ιδιότυπη ομερτά που είχε επιβληθεί σπάει και το πρόβλημα δημοσιοποιείται και διεθνοποιείται.
Η εφημερίδα Observer κυκλοφορεί με πρωτοσέλιδο τίτλο «Το ένοχο μυστικό της Ευρώπης».
Για πολλούς η Λέρος, όταν προέκυψε ως εθνική ντροπή, ταυτιζόταν με το αδύνατο της αλλαγής.
Κι όμως, όπως προφητικά σημείωνε ο ψυχίατρος της αποϊδρυματοποίησης Φράνκο Μπαζάλια, «το σημαντικό είναι ότι δείξαμε πώς το αδύνατο μπορεί να γίνει δυνατό. Δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνια πιο πριν ήταν αδιανόητο ότι το ψυχιατρείο θα μπορούσε να καταστραφεί. Αλλωστε μπορεί τα ψυχιατρεία να είναι και πάλι κλειστά και ακόμη πιο κλειστά από πριν. Δεν το ξέρω αυτό. Αλλά με όλους τους τρόπους αποδείξαμε ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουν τον τρελό με διαφορετικό τρόπο, και αυτή η μαρτυρία είναι θεμελιακή».
Η Λέρος, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του ο ψυχίατρος Θοδωρής Μεγαλοοικονόμου, εκ των πρωταγωνιστών του θαύματος που συντελέστηκε στο νησί:
«... ήταν πραγματικά όχι ένας τόπος αλλά ένας τρόπος. Ενας τρόπος που επιβλήθηκε και εφαρμόστηκε σε έναν τόπο. Ο τρόπος δηλαδή λειτουργίας της κυρίαρχης ψυχιατρικής.
Μπορεί η κατάληξη στη Λέρο να ήταν η εγκατάλειψη, ο μαρασμός και η ερήμωση, μπορεί το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα σήμερα να οχυρώνεται πίσω από τις πιο κατασταλτικές πλευρές του, ωστόσο υπάρχουν ντοκιμαντέρ που αποτύπωσαν την εμπειρία της Λέρου, τα οποία δείχνουν πρόσωπα από το περίπτερο των “γυμνών”, το περίπτερο των απολύτως “ανίατων” να ζουν εν συνεχεία, ντυμένοι κανονικά, σε προστατευόμενο διαμέρισμα μέσα στην κοινότητα».

Οι αζήτητοι

Ψυχιατρείο Λέρου Οι γκρίζες ρόμπες | Antonella Pizzamiglio
To 1965, η Αποικία Ψυχοπαθών, που λειτουργεί από το 1958, μετονομάζεται σε Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Λέρου.
Το υπουργείο Υγιεινής με έγγραφό του ζητά από τα ψυχιατρεία να ετοιμάσουν καταστάσεις ασθενών για άμεση μεταφορά στη Λέρο, για να αντιμετωπιστεί η υπερπληρότητά τους.
Βασικό κριτήριο για την επιλογή των προς μεταφορά ασθενών τίθεται η ύπαρξη ή όχι σχέσεων με το οικογενειακό περιβάλλον.
Ετσι, όσοι δεν έχουν επισκεπτήριο για πάνω από ένα χρόνο εντάσσονται στη λίστα των «αζήτητων».
Οι πρώτοι ασθενείς στοιβάζονται στο προαύλιο. Σαν ταυτότητά τους έχουν καρφιτσωμένο στο πέτο τον αριθμό τους από την ιματιοθήκη του νοσοκομείου.
Κανένας δεν ρωτήθηκε αν ήθελε να φύγει. Ελάχιστοι διαμαρτύρονται· οι περισσότεροι ακολουθούν παθητικά.
Τους φορτώνουν σε στρατιωτικά αυτοκίνητα και από τον Σκαραμαγκά τούς επιβιβάζουν σε οχηματαγωγά για τη Λέρο.
Καθ' οδόν οι καρφιτσωμένοι αριθμοί χάνονται· όταν φτάνουν είναι μια ομάδα ανώνυμων, χωρίς καν την ονομαστική τους ταυτότητα.
Στο περίπτερο 16, το περίπτερο των «Γυμνών», συγκεντρώνονται τα πιο βαριά περιστατικά, «κυρίως διανοητικά καθυστερημένων, που βασικό τους χαρακτηριστικό είναι ότι αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν, με ακράτεια ούρων και κοπράνων, που σκίζουν τα ρούχα τους, αυτοτραυματίζονται και αλληλοτραυματίζονται, στοιβαγμένοι σε έναν περιορισμένο χώρο. Επιτηρούνται από τον φύλακα ή πίσω από μια κλειστή πόρτα, χωρίς αντικείμενα. Η ιδρυματική τους διαβίωση φτάνει στα τριάντα-σαράντα χρόνια, ενώ πολλοί έχουν περάσει τη ζωή τους σε διάφορα ιδρύματα από μικρά παιδιά».*
Η Εφη Σκλήρη, αγροτική γιατρός τότε στη Λέρο, από την ομάδα που προέβη στις δημόσιες καταγγελίες, περιγράφει για το περίπτερο 9 των επίσης βαριών περιστατικών:
«70 άνθρωποι γυμνοί μέσα στη βρωμιά. Σκοτάδι και πριονίδι στο πάτωμα. Αλλοι κάθονται ανακούρκουδα και τρώνε μέσα από τσίγκινα πιάτα... οι δεμένοι τρώνε έτσι όπως είναι δεμένοι...».
Επίσης:
«Ενα ποσοστό 60% αρρώστων ήσαν μονίμως ξυπόλητοι. Ολοι ήσαν κουρεμένοι με την ψιλή για να προστατεύονται από παράσιτα... Η σίτιση γινόταν σε τραπεζαρία με πάγκους, σε ορισμένα τμήματα χωρίς καν κουτάλια. Τα τρόφιμα χορηγούνταν στο ίδρυμα με ολιγοπωλιακούς όρους... Η ποιότητα ήταν κακή. Οι εγκαταστάσεις αποχέτευσης και καθαριότητας ήσαν ποσοτικά ανεπαρκείς και ποιοτικά άθλιες...
Ο κάθε εφημερεύων καλείται να διευθετήσει κάποια συμπλοκή και να περιθάλψει όσα προκύπτουν από αυτή, π.χ. συρραφή δαγκωμένου αυτιού ή ξυλοδαρμό με αλυσίδα αρρώστου από νοσοκόμο».
Οπως σημειώνει ο κ. Μεγαλοοικονόμου, «στη Λέρο οι μάζες των ανθρώπων που ξεμπουκάρουν από τις μπουκαπόρτες των αρματαγωγών στα λιμάνια του νησιού, πέρασαν τις πύλες του ιδρύματος για να μείνουν εκεί και να βγουν μόνο νεκροί. Εμπειρία εξιτηρίων για επιστροφή ασθενών στις οικογένειές τους ή για επανένταξη, δεν υπήρξε».
Είναι όλοι αυτοί των οποίων οι ανάγκες έχουν εκμηδενιστεί, που δεν τους έχει απομείνει άλλη επιλογή από το να εκμηδενίσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους, αποδεχόμενοι σαν φυσικό γεγονός τον αποκλεισμό τους και τη μετατροπή τους σε «πράγμα».
«Οι νοσηλευόμενοι στη Λέρο», τονίζει στο βιβλίο του ο κ. Μεγαλοοικονόμου, «έχοντας μια ιστορία ιδρυματικής διαβίωσης τριάντα-πενήντα χρόνων είχαν υποστεί μια τέτοια βία στο όλο της ύπαρξής τους, μια τέτοια εξορία στο σύνολο των αναγκών και των επιθυμιών τους, έτσι ώστε το πρώτο μέλημα να είναι η ανάγκη να τους δοθεί αυτή ακριβώς η δυνατότητα να εκφράσουν και πάλι ανάγκες και επιθυμίες».
«Ο ψυχικά πάσχων είναι πρώτα από όλα ένα πρόσωπο», τόνισε κατά την παρουσίαση του βιβλίου ο διευθυντής του Ψυχιατρείου Λέρου και εκ των πρωτεργατών της θεραπευτικής παρέμβασης στη Λέρο, Γιάννης Λουκάς.
«Αυτοί οι άνθρωποι στην πτέρυγα 16 είχαν αποανθρωποποιηθεί. Οταν τοποθετήσαμε καθρέφτες στην πτέρυγα, συνειδητοποιήσαμε ότι αυτοί οι άνθρωποι έβλεπαν για πρώτη φορά το πρόσωπό τους. Δεν είχαν εικόνα του εαυτού τους», πρόσθεσε από την πλευρά του ο έτερος εκ των πρωταγωνιστών της περιόδου, αναπλ. καθηγητής Ψυχιατρικής στο ΑΠΘ, Κώστας Μπαϊρακτάρης.

Η ελευθερία είναι θεραπευτική

Ψυχική υγεία- μεταρρύθμιση- Λέρος Οταν οι «μέσα» συγχρωτίζονται με τους «έξω» | Antonella Pizzamiglio
Το νοσηλευτικό προσωπικό, το ανεκπαίδευτο προσωπικό που αποτελούνταν από ντόπιους ψαράδες, κτηνοτρόφους και γεωργούς «έγιναν αυτοί οι ίδιοι ακολούθως οι πρωταγωνιστές της αποϊδρυματοποίησης», συμπλήρωσε ο κ. Λουκάς.
Μία από τις βασικές δραστηριότητες ήταν οι καθημερινές έξοδοι των νοσηλευομένων συνοδεία του προσωπικού και σταδιακά μόνων τους.
«Στο πλαίσιο των εξόδων εκτός ψυχιατρείου έγιναν αρκετές διανυκτερεύσεις ασθενών σε σπίτια του προσωπικού - ενδεικτικό της ολοένα και πιο ριζικής αλλαγής του κλίματος ως προς τις σχέσεις ασθενών-προσωπικού. Πολύ σύντομα καταργήθηκε η μηχανική καθήλωση... Μια σημαντική θεραπευτική δραστηριότητα ήταν η οργάνωση διακοπών των ασθενών στην Πάτμο, το καλοκαίρι του 1991, ενώ το ίδιο καλοκαίρι περίπου 700 άτομα, κάτοικοι του νησιού, μπήκαν στο ψυχιατρείο και διασκέδασαν για πολλές ώρες από κοινού με τους νοσηλευόμενους».
Βαθμιαία σημειώνεται εντυπωσιακή μεταστροφή της τοπικής κοινωνίας.
Ψυχική υγεία- Λέρος Στα διαμερίσματα | Antonella Pizzamiglio
Από το αρχικά εχθρικό κλίμα και καθόλου τυχαία καθώς, όπως τονίζει στην «Εφ.Συν.» ο κ. Μεγαλοοικονόμου «άνω του 61% του ντόπιου πληθυσμού απασχολείτο στο ψυχιατρείο και όλες σχεδόν οι οικογένειες είχαν μια άμεση ή έμμεση σχέση, οικονομική σχέση, με αυτό είτε ως εργαζόμενοι είτε ως προμηθευτές. Κάπως έτσι την αποκαλέσαμε αυτήν την οικονομία ιδρυματική».
Ομως, ύστερα από «δύο χρόνια κοπιώδους και διαρκώς ναρκοθετούμενης προσπάθειας, έγινε δυνατό είκοσι επτά από τους οκτακόσιους εγκλείστους του ΚΘΛ να ζήσουν με ανθρώπινη αξιοπρέπεια μέσα στην κοινωνία της Λέρου· μια κοινωνία που τους υποδέχτηκε μ' έναν συγκινητικό πολλές φορές τρόπο. Για πρώτη φορά αυτοί οι άνθρωποι, που σε ολόκληρη τη ζωή τους είχαν στερηθεί τα πάντα, άρχισαν να νιώθουν τι είναι να έχεις τα δικά σου ρούχα και παπούτσια, τον δικό σου προσωπικό χώρο, να μπορείς να κατέχεις τα δικά σου προσωπικά αντικείμενα και να κινείσαι μέσα στο σπίτι σου ελεύθερα, ένα σπίτι που ποτέ δεν είχες ή από το οποίο σε είχαν κάποτε διώξει».*
Παράλληλα συστήνεται Κοινωνικός Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης, στον οποίο οι νοσηλευόμενοι συμμετέχουν σε εργασιακές, παραγωγικές δραστηριότητες.
Βέβαια η σύγκρουση με την ηγεσία της εποχής δεν άργησε να επέλθει.
Το 1993 οι Θ. Μεγαλοοικονόμου και Γ. Λουκάς εξαναγκάζονται σε παραίτηση από την επιστημονική ευθύνη του συγχρηματοδοτούμενου από την ΕΟΚ προγράμματος, κάνοντας λόγο για διαρκή και σκόπιμη υπονόμευση.
«Δεν θα πάψουμε όμως να ενδιαφερόμαστε για την τύχη των ενοίκων που έλπισαν, που μαζί μας χαμογέλασαν για πρώτη φορά στη ζωή. Δεν παύουμε να ενδιαφερόμαστε για τη σωτηρία αυτής της μικρής νησίδας ελευθερίας και ουσιαστικής αλλαγής...» αναφέρουν στο κείμενο παραίτησής τους.
Μετά τις εκλογές του 1993 η νέα διοίκηση επαναφέρει τους επιστημονικά υπεύθυνους, για να λήξει όμως αιφνίδια το πρόγραμμα, το 1995, με τον τερματισμό των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων.
Το όλο εγχείρημα μένει ανολοκλήρωτο.

65% ακούσιοι εγκλεισμοί

Ο ψυχίατρος Θ.Μεγαλοοικονόμου κατά την παρουσίαση του βιβλίου Ο ψυχίατρος Θ.Μεγαλοοικονόμου κατά την παρουσίαση του βιβλίου |
Το ψυχιατρείο της Λέρου οδηγείται πλέον σε βαθμιαίο μαρασμό, στην αποστράγγιση του προσωπικού του, «στην εδώ και 25 χρόνια πορεία αργού θανάτου, μέσα από θάνατο, λόγω γήρατος, των ασθενών... Από τα είκοσι έξι κοινοτικά προγράμματα που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του '90 λειτουργούν μόνο τα δώδεκα... Τα κτίρια, οι πρώην ιταλικοί στρατώνες, όπου πριν νοσηλεύονταν οι ψυχικά πάσχοντες και τα οποία είναι σημαντικής αρχιτεκτονικής αξίας, αφέθηκαν να ερειπωθούν. Κι όμως, σε όλα αυτά τα κτίρια θα μπορούσε να αποτυπωθεί όλη η πολύπαθη ιστορία της Λέρου, που συμπυκνώνει την ιστορία της χώρας, από την “εθνική αναμόρφωση” των ανταρτόπαιδων επί Φρειδερίκης, μέχρι τα στρατόπεδα εξορίας των πολιτικών κρατουμένων επί χούντας και τον ψυχιατρικό εγκλεισμό, με μουσείο Ιστορίας των πολιτικών εξόριστων, μουσείο ψυχιατρικής ιστορίας, συνεδριακούς χώρους».*
Και τι γίνεται στον τομέα της ψυχιατρικής;
Η κυρίαρχη ψυχιατρική κοινότητα εξακολουθεί να λειτουργεί ως εάν η Λέρος να μην υπήρξε ποτέ, επαναλαμβάνει σε όλους τους τόνους ο κ. Μεγαλοοικονόμου.
Οι μηχανικές καθηλώσεις εξακολουθούν όπως και οι θάνατοι που προκαλούνται από αυτούς καθώς και τα βίαια εξιτήρια, με την εγκατάλειψη των ασθενών χωρίς φροντίδα, χωρίς στήριξη και με την ηγεμονία του ψυχοφαρμάκου.
Απομένει, για να ολοκληρωθεί το έργο της καταστροφής, το βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων, δίχως καμία μέριμνα για ένα ολοκληρωμένο δίκτυο κοινοτικών υπηρεσιών.
Η θέση της επίσημης ψυχιατρικής αποτυπώνεται με ενάργεια στη φράση ψυχιατρικού διευθυντή, που σε ημερίδα, όπως ανέφερε κατά την παρουσίαση του βιβλίου η ψυχίατρος Κατερίνα Μάτσα, τέως επιστημονική υπεύθυνη της μονάδας απεξάρτησης των τοξικομανών 18 Ανω, είπε: «Οπως οι ποντικοί θέλουν το ποντικοφάρμακό τους, έτσι και οι ψυχικά πάσχοντες θέλουν το ψυχοφάρμακό τους».
Και δεν είναι μόνο αυτό. Στην Ελλάδα το 65% των εισαγωγών στα ψυχιατρεία είναι ακούσιες νοσηλείες και διενεργούνται με εντολή εισαγγελέα, απότοκο της κατάρρευσης της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.
Παράλληλα με το κλείσιμο των ψυχιατρείων σημειώνεται άνοδος του αριθμού των εγκλείστων σε αμιγώς ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, με αποτέλεσμα σε συνολικά 40 ιδιωτικές κλινικές να είναι έγκλειστα περί τα 4.500 άτομα.
Η εμπειρία της Λέρου είναι πολύτιμη «απέναντι στις αγκυλώσεις της ψυχιατρικής αλλά και των πρακτικών της κυρίαρχης εξουσίας απέναντι σε όλους αυτούς, όλο και περισσότερους, που το κυρίαρχο σύστημα παράγει ως περιττούς, απόβλητους και επικίνδυνους, οι οποίοι αν διασωθούν από τους πνιγμούς στο Αιγαίο, η μόνη εναλλακτική που τους επιφυλάσσεται είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης».*
*Από το βιβλίο του Θ. Μεγαλοοικονόμου.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Παρουσίαση βιβλίου του Θ. Μεγαλοοικονόμου: «Λέρος- Μια ζωντανή αμφισβήτηση της κλασικής ψυχιατρικής» / Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου στις 7 μ.μ.

Παρουσίαση βιβλίου του Θ. Μεγαλοοικονόμου: «Λέρος- Μια ζωντανή αμφισβήτηση της κλασικής ψυχιατρικής» / Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου στις 7 μ.μ.

.
Λέρος Θ.Μ.jpg
.

Οι Εκδόσεις ΑΓΡΑ σας προσκαλούν
στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
ΛΕΡΟΣ
ΜΙΑ ΖΩΝΤΑΝΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ
ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ
ην Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017
στις 7.00 μ.μ.
στον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων
(Ερμού 136, Θησείο)
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
Κώστας Μπαϊρακτάρης, αναπληρωτής καθηγητής Ψυχολογίας ΑΠΘ
Γιάννης Λουκάς, Διευθυντής Ψυχίατρος ΚΘ Λέρου
Κατερίνα Μάτσα, ψυχίατρος, τ. επιστημονική υπεύθυνη της Μονάδας Απεξάρτησης Τοξικομανών Ψ.Ν.Α. – 18 ΑΝΩ και εκδότρια του περιοδικού «Τετράδια Ψυχιατρικής»
και ο συγγραφέας
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθούν αποσπάσματα από τρεις ταινίες για το ΚΘ Λέρου:
• 15λεπτο απόσπασμα από το ντοκιμανταίρ του Gabriele Palmieri, “Leros, il sole e la luna” (1995) με την μαρτυρία νοσηλεύτριας στο ΚΘ Λέρου
• 20λεπτο απόσπασμα ταινίας με εικόνες από την ιστορία των μεταπολεμικών διαδοχικών εγκλεισμών στη Λέρο
• 30λεπτο απόσπασμα από το βρετανικό ντοκιμανταίρ της Jane Gabriel “Leros – The Transformation”
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ στην «εμπειρία της Λέρου», στο πώς αυτό που στην ψυχιατρική ονομάστηκε «Λέρος» κατασκευάστηκε και πώς έγινε δυνατός ο ριζικός μετασχηματισμός του, είναι πιθανώς, πέρα από μια αναδρομή στο παρελθόν της ιδρυματικής ψυχιατρικής, εξαιρετικά χρήσιμη για την κατανόηση και το ξεπέρασμα του «ύστατου σήμερα» που βιώνει ο χώρος της ψυχικής υγείας.
Για πολλούς η Λέρος, όταν προέκυψε ως «διεθνές σκάνδαλο» και «εθνική ντροπή», ταυτιζόταν με το αδύνατo της αλλαγής.
Ωστόσο, όπως αποδείχτηκε, το δυνατό, αυτό που κάθε φορά μπορεί να γίνει, δεν είναι μια υποκειμενική επινόηση του μυαλού μας. Αυτή η «επιστροφή» μπορεί να βοηθήσει να δούμε ξανά την αποϊδρυματοποίηση όχι ως απλό εξωραϊσμό του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος αλλά ως μια ριζικά εναλλακτική «κουλτούρα και πράξη», της οποίας βασικό υποκείμενο, από κοινού με τον λειτουργό ψυχικής υγείας και την ευρύτερη κοινωνία, πρέπει διαρκώς να αναδύεται η ανθρώπινη ύπαρξη που πάσχει.

«Κόφτης» αντί για απάντηση στα χρόνια προβλήματα της ειδικής αγωγής

 Πηγή:http://www.efsyn.gr/arthro/koftis-anti-gia-apantisi-sta-hronia-provlimata-tis-eidikis-agogis

 

Στη σύγκρουση που έχει ξεσπάσει στο χώρο της Ειδικής Αγωγής, ανάμεσα, από τη μια, σε μιαν «αριστερή» κυβέρνηση που λειτουργεί στη λογική του δημοσιονομικού «κόφτη», ακόμα κι΄ αν πρόκειται για τις (ανέκαθεν γλίσχρες) δαπάνες που αφορούν τις πολύπλοκες ανάγκες των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και, από την άλλη, στις αντιδράσεις που προέρχονται από ένα παγιωμένο σύστημα (σχεδόν) αποκλειστικά ιδιωτικής παροχής θεραπευτικής φροντίδας, εκφράστηκε, μέσω του προσφιλούς, και στον Πολάκη, «βήματος» του διαδικτύου, και μια αλήθεια. Oχι, βέβαια, για να υποστηριχτεί ως τέτοια, αλλά ως επιβεβαίωση της ορθότητας και του «δίκιου» της διαμετρικά αντίθετης προς αυτήν κατάστασης που κυριαρχεί στον χώρο.
Λέει, λοιπόν, κάποιος/α B.T, πιθανόν ιδιοκτήτης θεραπευτικού κέντρου: «Τα παιδιά από πού έπαιρναν τις εγκρίσεις, κύριε Πολάκη; Γιατί ψευδώς κατηγορείτε τους θεραπευτές και τους ιδιώτες για ψεύτικες εγκρίσεις ενώ τα παιδιά αξιολογούνται από τα δημόσια νοσοκομεία; Αν μπορούσε το Κράτος ας είχε δημόσιες δομές για να εξυπηρετεί αυτές τις θεραπείες και όχι να στηρίζεται σε ελεύθερους επαγγελματίες… Είναι δυνατόν να υπογράψει κάποιος (σύμβαση με τον ΕΟΠΥΥ) χωρίς εκ των προτέρων να γνωρίζει αν με τα λεφτά που θα παίρνει μετά από 3 ή 6 μήνες θα μπορεί να πληρώνει τους θεραπευτές, το ενοίκιο, τους λογαριασμούς και την εφορία του;» (ΕφΣυν, 21/1/17 ).
Πράγματι, αν οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας για ενήλικες (πέραν του ποιοτικά άκρως προβληματικού χαρακτήρα τους) είναι ποσοτικά ανεπαρκείς και άκρως υποστελεχωμένες, αυτό (η ποσοτική ανεπάρκεια και υποστελέχωση) ισχύει στη νιοστή για τις παιδοψυχιατρικές υπηρεσίες.
Το λεγόμενο «Δημόσιο», εν προκειμένω, αποτελείται από ελάχιστα Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα - και ακόμα λιγότερες μονάδες νοσηλείας. Το ραντεβού σ΄ ένα Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο μπορεί να πάρει μήνες για να γίνει. Και το κυριότερο: τα Κέντρα αυτά δεν παρέχουν θεραπείες (πλην σε ελάχιστες, πολύ ειδικές περιπτώσεις - και όχι όλα). Κάνουν μόνο διάγνωση/αξιολόγηση και «συνταγογραφούν» τις προτεινόμενες θεραπείες (λογοθεραπεία, εργοθεραπεία, ψυχοθεραπεία, μαθησιακή στήριξη κλπ), οι οποίες θα πρέπει να γίνουν σε ιδιωτικά κέντρα.
Γιατί τα Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα είναι, και ήταν ανέκαθεν, τόσο υποστελεχωμένα, που, ανεξάρτητα από τις όποιες προθέσεις των λειτουργών που εργάζονται σε αυτά, ούτε τις αξιολογήσεις δεν προλαβαίνουν να κάνουν – γι΄ αυτό και η καθυστέρηση στα ραντεβού που, τελευταία, σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να φτάνει και στον ένα χρόνο.
Αυτή η κατάσταση (που δεν δημιουργήθηκε, αλλά απλώς επιδεινώθηκε με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης) είχε ως συνέπεια το σύστημα των παιδοψυχιατρικών υπηρεσιών να συγκροτηθεί με συστατικό του στοιχείο την ανάθεση της πλειονότητας των θεραπειών στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό, με τη σειρά του, συνετέλεσε στην ανάδυση και εμπέδωση μιας κουλτούρας, ενός ορισμού, από τις ίδιες τις υπηρεσίες του Δημοσίου, του αντικειμένου τους ως κάτι που αφορά κυρίως, ή και αποκλειστικά, την διάγνωση/αξιολόγηση, αλλά όχι την θεραπεία.
Απέναντι σ΄ αυτήν την κατάσταση ενός κάτισχνου «Δημόσιου», πολλοί θεραπευτές (λογοθεραπευτές, ειδικοί παιδαγωγοί, ψυχολόγοι, εργοθεραπευτές κλπ) οδηγήθηκαν στην ποικίλων μορφών ιδιωτική παροχή υπηρεσιών (ως ελευθεροεπαγγελματίες, ως εργαζόμενοι στα πολυάριθμα ιδιωτικά κέντρα κλπ). Είναι η εσαεί απουσία του «Δημόσιου» από το εν λόγω πεδίο, που οδήγησε στην άνθιση του ιδιωτικού, με όλες τις συνεπαγόμενες παρενέργειές του - την ίδια στιγμή που αυτή η συγκρότηση του συστήματος δημιούργησε και εδώ, όπως παντού, τους γνωστούς «παράλληλους», ή «υπόγειους», διαύλους μιας κακοήθους συνέργιας δημόσιου – ιδιωτικού τομέα και τροφοδότησης του δεύτερου από τον πρώτο.
Και φυσικά, οι λογοθεραπείες, πχ, που είχαν τιμολογηθεί πιο ακριβά, μπορούσαν να είναι το ποσοτικό αντιστάθμισμα (ένα, ανάμεσα σε πολλά άλλα) για την χαμηλή τιμολόγηση των άλλων θεραπειών. Και φυσικά, επίσης, οι φτωχές οικογένειες (αυτές που είχαν ασφάλιση - δεν μιλάμε για τις ανασφάλιστες) οι οποίες δεν είχαν να πληρώσουν την προκαταβολή στο ιδιωτικό κέντρο (ακόμα και αν την έπαιρναν πίσω, έστω πολύ αργότερα) οδηγούνταν στο ν΄ αφήνουν τα παιδιά τους χωρίς θεραπεία.
Τώρα, με τη μείωση κατά 40% των δαπανών για την Ειδική Αγωγή, όχι μόνο αυτά τα παιδιά, αλλά και πολύ περισσότερα, θα μείνουν χωρίς την αναγκαία θεραπεία. Γιατί οι όποιες «αθέμιτες πρακτικές» στην Ειδική Αγωγή, όπως παντού σ΄ αυτή την κοινωνία, και η υποτιθέμενη καταπολέμησή τους, δεν χρησιμοποιούνται παρά ως απλό λεκτικό περιτύλιγμα και άλλοθι για την εφαρμογή μιας στενά οικονομίστικης, στυγνά λογιστικής προσέγγισης, που, Ξανθός και Πολάκης εφαρμόζουν κατ΄ εντολήν των τροϊκανών «εταίρων».
Η αντιμετώπισή τους μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την στόχευση στην ρίζα του προβλήματος : με την ριζική αναδιάρθρωση του συστήματος των δημόσιων υπηρεσιών, με τον ταυτόχρονο πολλαπλασιασμό και την τομεοποιημένη, καθώς και κοινοτικά βασισμένη λειτουργία τους, με τρόπο ώστε να απευθύνονται σε μικρούς σχετικά πληθυσμούς, με δωρεάν και υψηλού ποιοτικά επιπέδου παροχή του πλήρους φάσματος των διαγνωστικών και θεραπευτικών υπηρεσιών  - πράγμα που, φυσικά, απαιτεί, μεταξύ πολλών άλλων, μαζικές προσλήψεις προσωπικού όλων των αναγκαίων ειδικοτήτων και επομένως, δραστική αύξηση και όχι περικοπή των σχετικών δαπανών.
Η όποια διαπραγμάτευση για τις λεγόμενες «συλλογικές συμβάσεις» με τον ΕΟΠΥΥ, στη βάση της προϋποτιθέμενης και αδιαφιλονίκητης διαιώνισης της λειτουργίας του υπάρχοντος συστήματος, με σκοπό απλώς την διατήρηση, ή μη επιδείνωση, της θέσης του καθενός εκ των παικτών εντός αυτού, δεν πρόκειται να έχει κανένα θετικό αποτέλεσμα για τους άμεσα ενδιαφερόμενους, για τα χιλιάδες παιδιά που μένουν αβοήθητα (τα οποία, απλώς, όταν μεγαλώσουν, «παραδίδονται» στις υπηρεσίες ενηλίκων) και τις οικογένειές τους. Αλλά και για τους εργαζόμενους στα ιδιωτικά κέντρα Ειδικής Αγωγής. Γιατί, πολλά, τα πιο μικρά, θα κλείσουν. Τα πιο μεγάλα θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν εις βάρος των όποιων εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζόμενων σε αυτά.
Η διεκδίκηση της διατήρησης των όποιων κεκτημένων είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με την διεκδίκηση, σε πρώτο πλάνο, ενός άλλου, ριζικά εναλλακτικού συστήματος δημόσιων και δωρεάν υπηρεσιών.
Και μη ξεχνάμε, αναφορικά με τον χαρακτήρα που θα 'πρεπε να πάρει, ότι αυτή η διεκδίκηση στο χώρο της Ειδικής Αγωγής έρχεται τη στιγμή που είναι υπό «διαπραγμάτευση» το «τέταρτο μνημόνιο», με τη μορφή του δημοσιονομικού ‘κόφτη’ διαρκείας – που, είτε με από πριν νομοθετημένα μέτρα, είτε χωρίς, το ίδιο θα είναι.

«Εθνική κατάθλιψη»: Μύθος ή πραγματικότητα

Πηγή: https://www.efsyn.gr/arthro/ethniki-katathlipsi-mythos-i-pragmatikotita


«Ο αγώνας και μόνο προς την κορυφή αρκεί για να γεμίσει μιαν ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο»
Αλμπέρ Καμί
«Είναι μια αίσθηση απόλυτου κενού, δεν έχει τίποτα νόημα, δεν αξίζει τίποτα πια, δεν έχει σημασία κανείς. Βουλιάζεις, το ξέρεις ότι βουλιάζεις, σε λίγο θα πνιγείς, κι αντί να σε τρομάξει αυτό, μπορεί και να σε ανακουφίζει».
Η Ελένη (τα πραγματικά της στοιχεία στη διάθεση της εφημερίδας) επιχειρεί να μεταφέρει με λέξεις το βίωμά της, αυτό που ο γιατρός της έχει διαγνώσει ως κατάθλιψη.
Η Τζίνα το περιγράφει σαν «ατελείωτη, αφόρητη οδύνη».
Κι η Μυρτώ «σαν να έχεις γίνει ένα με το χώμα και να μη σου δίνει χαρά και κίνητρο τίποτα πια, ούτε καν η αγάπη από τα παιδιά σου».
Παραδόξως, γελάνε κι οι τρεις όταν τους αναφέρουμε πως είμαστε μάλλον συντονισμένοι, αφού όλοι μάς λένε πως πάσχουμε από «εθνική κατάθλιψη».
Για τους ανθρώπους που παλεύουν με την κατάθλιψη, η ευκολία με την οποία χρησιμοποιούμε όλοι οι υπόλοιποι τη φράση «είμαι σε κατάθλιψη» μοιάζει με κακόγουστο αστείο ή με ύβρη.
Μας το λένε πολιτικοί, μας το λένε ειδικοί, τα αναπαράγουν δημοσιογράφοι.
Το ακούμε τόσο συχνά που τείνουμε να το πιστέψουμε: πάσχουμε από «εθνική κατάθλιψη».
Το ακούσαμε και την Πρωτοχρονιά μαζί με τις ευχές του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το διαβάσαμε και πρόσφατα με αφορμή το δεύτερο συνέδριο ψυχικής υγείας στο Ζάππειο.
«Τουλάχιστον τρεις μεγάλες ελληνικές πόλεις θα γέμιζαν οι Ελληνες που πάσχουν από κατάθλιψη - την Πάτρα, τα Γιάννενα και τον Βόλο». Αυτή τη φράση από μια ολόκληρη εισήγηση του ψυχίατρου Πέτρου Σκαπινάκη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, επέλεξαν να αναπαραγάγουν μια σειρά από ιστοσελίδες με τίτλους όπως «Στα δίχτυα της κατάθλιψης οι Ελληνες».
Εχουμε υπάρξει «έθνος ανάδελφον», όπως μας αποκαλούσε ο Πρόεδρος Σαρτζετάκης, έχουμε ζήσει και σε «χώρα απέραντο φρενοκομείο», όπως μας περιέγραφε ο «εθνάρχης» Καραμανλής.
Τα τελευταία χρόνια η... διάγνωση είναι «κατάθλιψη».
Είναι δύσκολο να εντοπίσουμε με ακρίβεια την ημερομηνία γέννησης της βολικής όσο και γενικευτικής ταμπέλας, που όπως όλες οι ταμπέλες συνδυάζει στοιχεία της πραγματικότητας με μπόλικες δόσεις αυθαιρεσίας.
Πολιτικός νονός της έκφρασης φαίνεται να είναι ο Αντώνης Σαμαράς, υιοθετώντας τον όρο ήδη από τον Απρίλιο του 2010.
Τη δική του διάγνωση, ότι τα ΜΜΕ ευθύνονται για τη γενικευμένη κατάθλιψη, έκανε ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος το 2011.
Το ίδιο περίπου επιχείρημα, με νέο αμπαλάζ, θα επικαλεστεί ως υπουργός Επικρατείας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. ο Νίκος Παππάς τον Δεκέμβριο του 2015, δηλώνοντας ότι «κύκλοι που θίγονται από κυβερνητικές πρωτοβουλίες προσπαθούν την προσωπική τους κατάθλιψη να τη μετατρέψουν σε λαϊκή κατάθλιψη» - επιλέγοντας ωστόσο το επίθετο «λαϊκή» αντί για το καπαρωμένο από τη δεξιά παράταξη «εθνική».

Η «διάγνωση» των ΜΜΕ

Ωστόσο τα ΜΜΕ, πολλά χρόνια πριν η κρίση σαρώσει τις ζωές μας, με βάση πραγματικά στοιχεία έβγαζαν τη δική τους υπερβολική «διάγνωση».
«Μια χώρα στα χάπια» έγραφε κορυφαία σε πωλήσεις εφημερίδα το 2002 και το ρεπορτάζ για την κατανάλωση ψυχοφαρμάκων επαναλαμβανόταν σχεδόν εθιμοτυπικά κάθε χρόνο.
Με εντυπωσιακούς τίτλους, ελάχιστα αποσπάσματα από ομιλίες επιφανών επιστημόνων και σχεδόν καμία αναφορά στο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της κάθε περιόδου, τα ΜΜΕ συνήθως μας καθίζουν με ευκολία στο ντιβάνι και μας φορούν με χαρακτηριστική άνεση μια ταμπέλα που απλοποιεί τα φαινόμενα και βάζει σε κουτάκια τις αντιδράσεις μας.
Αυτό συνέβη και με την πρόσφατη ανακοίνωση του κ. Σκαπινάκη«Δεν έχουμε δει εμπειρικά έντονη αύξηση στη βαρύτητα των περιστατικών, αλλά αυξημένη κίνηση στους δημόσιους φορείς, επειδή πολύς κόσμος δεν έχει τη δυνατότητα να απευθυνθεί στην ιδιωτική ιατρική. Αυτό που ισχύει είναι ότι η κρίση δημιουργεί μια μεγαλύτερη δυσκολία στην αντιμετώπιση των προβλημάτων ψυχικής υγείας».
Ποιο είναι το κατώφλι της κατάθλιψης, ρωτήσαμε τον ψυχίατρο: «Καταθλιπτικά συμπτώματα μπορεί να έχει και το 10%. Στην ομιλία μου στο Ζάππειο είπα ότι ένας στους τρεις από τους 500.000 μπορεί να χρειαστεί εξειδικευμένη βοήθεια. Και ένας στους πέντε να έχει ανάγκη θεραπείας».
Ομως τα περισσότερα ΜΜΕ δεν ανέφεραν το σύνολο της πρότασης, αλλά έμειναν στο εντυπωσιακό νούμερο του «μισού εκατομμυρίου καταθλιπτικών».
Με την ίδια ευκολία μάς βομβαρδίζουν συχνά με εξίσου εντυπωσιακά -και βαθιά οδυνηρά- νούμερα: 80,8% αυξήθηκε το ποσοστό του πληθυσμού που δήλωσε κατάθλιψη από το 2009 στο 2014, κατά 27% αυξήθηκαν οι αυτοκτονίες την τριετία 2008-2011, ένας στους πέντε δεν απολαμβάνει τη ζωή του την άνοιξη του 2016, ένας στους δύο αισθάνεται ανασφάλεια, αγωνία και φόβο, θυμό και αγανάκτηση, απογοήτευση και θλίψη.
Είμαστε όντως ένας λαός σε κατάθλιψη; Ή μήπως η ακραιφνής λιτότητα παράγει περισσότερη κοινωνική καταστροφή και οδύνη από αυτήν που μπορούμε να αντέξουμε;
Χρειαζόμαστε όλοι τον «ειδικό» μας για να αντιμετωπίσουμε την ανεργία, την επισφάλεια, την ανασφάλεια, τη φτώχεια, την έλλειψη προοπτικής;
Ή μήπως το πρόβλημά μας είναι ακριβώς η ανεργία, η επισφάλεια, η ανασφάλεια, η φτώχεια, η έλλειψη προοπτικής;
«Η κρίση αύξησε το ενδιαφέρον των ΜΜΕ για αυτά τα φαινόμενα. Εμείς βρήκαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε και να ευαισθητοποιήσουμε τον κόσμο για αυτά τα ζητήματα», εξηγεί ο κ. Σκαπινάκης.
«Αν μου λέγατε πριν από 10 χρόνια ποιοι σας παίρνουν τηλέφωνο να μιλήσετε για την κατάθλιψη, θα σας έλεγα κανείς, γιατί υπήρχε στίγμα. Τώρα όλοι θέλουν να μιλήσουν. Το θετικό είναι ότι οι άνθρωποι αποστιγματίζονται. Ομως, να το βάζουμε στη σωστή του βάση: μην τρομάζουμε τον κόσμο ότι υπάρχει κάποια “επιδημία” κατάθλιψης, ούτε ότι όταν περάσει η κρίση θα σταματήσει και η κατάθλιψη. Αλλο τα καταθλιπτικά συμπτώματα κι άλλο η κατάθλιψη. Στεναχώριες έχουμε όλοι μας. Η κατάθλιψη είναι μια πολύ πιο περίπλοκη νόσος».

Το πρόβλημα σε αριθμούς

 Η συχνότητα βαριάς κλινικής κατάθλιψης διπλασιάστηκε από το 2008 στο 2009, ενώ οι πλέον ευάλωτοι είναι αυτοί που αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα οικονομικά προβλήματα και οι γυναίκες. Τα στοιχεία καταγράφει η πρώτη Εθνική Μελέτη Νοσηρότητας και Παραγόντων Κινδύνου, των ιατρικών σχολών της Ελλάδας.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η εργασιακή κατάσταση και ιδιαίτερα η ανεργία επηρεάζει την ψυχική υγεία των ανθρώπων αυξάνοντας σημαντικά τα ποσοστά άγχους και κατάθλιψης και μειώνοντας τους δείκτες προσωπικής ευεξίας.
 H Eλλάδα καταγράφεται μεταξύ των χωρών με τους χαμηλότερους δείκτες αυτοκτονιών στην έκθεση του ΟΟΣΑ. Πριν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα είχε από τα χαμηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών (2,9/100.000 κατοίκους).
Την τριετία 2008-2011 το ποσοστό αυξάνεται κατά 27%. Το έτος 2013 ήταν 4,2 (Μ.Ο. των χωρών του ΟΟΣΑ 12,0).
 Ενας στους δύο δήλωσε ότι τον τελευταίο μήνα δεν ήταν καλή η ψυχική του υγεία, λόγω άγχους ή κατάθλιψης ή προβλημάτων στον έλεγχο των συναισθημάτων, σύμφωνα με έρευνα της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (άνοιξη του 2016).
 42,6% των ερωτηθέντων απολαμβάνουν «μέτρια» τη ζωή τους, 20,5% λίγο ή καθόλου και 36,9% απολαμβάνει πολύ ή υπερβολικά τη ζωή του.
 Εξι στους δέκα αναγνωρίζουν ότι η ζωή έχει νόημα. Ενας στους δέκα θεωρεί ότι η ζωή έχει λίγο ή καθόλου νόημα.
 Το 15% δηλώνει ότι αισθάνεται ανασφάλεια, αγωνία και φόβο, το 14% θυμό και αγανάκτηση, το 9,7% απογοήτευση και θλίψη, το 8,2% άγχος και το 44,6% όλα αυτά μαζί.
Η Γραμμή Βοήθειας του ΕΠΙΨΥ για την κατάθλιψη λειτούργησε από το 2007 έως το 2014, οπότε σταμάτησε λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.
Δέχτηκε πάνω από 7.500 κλήσεις σε τρία χρόνια (Μάιος 2008-Ιούνιος 2014), με τις κλήσεις να διπλασιάζονται μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου.
Η πλειονότητα των περιπτώσεων αφορούσε γυναίκες.
➩ Γυναίκα, 53 ετών: «Σήμερα δεν έχουμε πρόβλημα. Αύριο όμως; Το κακό θα έρθει και στο δικό μας σπίτι. Στη δική μας δουλειά. Τα βλέπουμε τριγύρω: στον γείτονα, στους συγγενείς, στα ΜΜΕ... Με πιάνει τρόμος, μην τυχόν και μας συμβεί κάτι, και νιώθω ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Είμαι μουδιασμένη».
➩ Ανδρας, 31 ετών: «Δεν μπορώ να ζητάω ελεημοσύνη. Εχασα την αξιοπρέπειά μου».
➩ Γυναίκα, 23 ετών: «Οι γονείς μου δεν μπορούν πια να μου δίνουν χρήματα... Νιώθω τύψεις που τους επιβαρύνω και, το τελευταίο διάστημα -ξέρω ότι είναι παράλογο-, επειδή ακούω συχνά για προβλήματα υγείας, φοβάμαι ότι θα πάθω κάτι κι εγώ. Πελαγώνω με όλες αυτές τις σκέψεις και καταλήγω να κλαίω συνέχεια».
➩ Γυναίκα, 34 ετών: «Κάθε φορά που σκέφτομαι την κατάστασή μου με πιάνει πανικός. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Είμαι εδώ και έξι μήνες άνεργη. Τα έξοδα τρέχουν, εγώ χρωστάω παντού και το άγχος μου όλο και μεγαλώνει. Δεν μπορώ στιγμή να ηρεμήσω».
➩ Αντρας, 42 ετών: «Φοβάμαι ότι θα τρελαθώ. Δεν θα αντέξω και θα πέσω από το μπαλκόνι. Δεν βλέπω να υπάρχει κάτι άλλο να κάνω πλέον. Δεν αντέχω να ψάξω για δουλειά... Ούτε να προσπαθήσω. Ναι, το σκέφτομαι συχνά να βλάψω τον εαυτό μου...»
Πηγή: Ελληνική Κρίση - «εθνική» κατάθλιψη - Μιχ. Μαδιανός, Μαρίνα Οικονόμου

Δύο ειδικοί μιλούν στην «ΕΦ.ΣΥΝ.»

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, Δημήτρης Πλουμπίδης, και ο ψυχίατρος Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου μάς βοηθούν να κατανοήσουμε την «εθνική μας κατάθλιψη».
Θέσαμε και στους δύο τα παρακάτω πέντε ερωτήματα:
 Στο δεύτερο συνέδριο ψυχικής υγείας στο Ζάππειο ο κ. Σκαρινάκης ανακοίνωσε ότι 500.000 Ελληνες πάσχουν από κατάθλιψη. Τα ΜΜΕ αναπαρήγαγαν την είδηση με πηχυαίους και τρομακτικούς τίτλους. Από την πείρα σας θεωρείτε ότι υπάρχει ραγδαία αύξηση του φαινομένου;
 Με δεδομένο ότι η πλήρης διάλυση της όποιας μας κανονικότητας προκαλεί απώλειες και ανατρέπει τη ζωή όλων μας, πιστεύετε ότι αυτό που αυξάνεται είναι η κατάθλιψη ή το προσωπικό πένθος και η κοινωνική οδύνη; Συνδέεται και πώς η κατάθλιψη με την οικονομική κρίση και τις πολιτικές λιτότητας; Πότε ένας άνθρωπος περνάει το κατώφλι της νόσου;
 Ηδη από το 2002 βρίσκουμε ρεπορτάζ για αύξηση της χρήσης αντικαταθλιπτικών - με νέα ρεκόρ κατανάλωσης κάθε χρονιά. Πώς ερμηνεύετε το φαινόμενο;
 Εδώ και χρόνια ακούμε συχνά τους πολιτικούς να μιλούν για «εθνική κατάθλιψη». Συμμερίζεστε τον όρο; Μπορεί η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα να αναλυθεί με ψυχιατρικούς όρους;
 Ποια πιστεύετε ότι πρέπει να είναι η απάντηση τόσο σε προσωπικό όσο και συλλογικό επίπεδο;

Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου

«Η “ψυχολογία της αντίστασης” είναι το πιο αποτελεσματικό φάρμακο για την όποια “κατάθλιψη”»

 Αυτό που συχνά περιγράφεται ως κατάθλιψη δεν είναι παρά η διάχυτη κοινωνική δυσφορία και οδύνη, που μπορεί να περιλαμβάνει άγχος, αϋπνία, θλίψη, απόγνωση, απελπισία, το βίωμα της κοινωνικής ντροπής, την αίσθηση της έλλειψης ενός μέλλοντος που ν' ανοίγεται ως μια προοπτική. Ολα αυτά, που είναι συχνά και συνήθη βιώματα, μια άκρως φυσιολογική αντίδραση του «είναι» μας μέσα στις συνθήκες της κοινωνικής αποδιάρθρωσης που ζούμε, είναι εύκολο να ψυχιατρικοποιηθούν και να σερβιριστούν ως «καταθλιπτική διαταραχή», ως μια νόσος των διαγνωστικών/ταξινομητικών εγχειριδίων.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι η ίδια ψυχιατρική κοινότητα, που μιλάει τώρα για φρενήρη αύξηση της κατάθλιψης, εδώ και αρκετό καιρό αρνείται την αλματώδη, για τα ελληνικά δεδομένα, αύξηση των αυτοκτονιών, που, κατ' αυτήν τη λογική τους, θα έπρεπε να θεωρείται μια αναπόδραστη συνέπεια αυτής της «τόσο» μεγάλης αύξησης της επίπτωσης της κατάθλιψης, ως νόσου.
 Το γεγονός ότι αυτό που κυριαρχεί είναι η διάχυτη κοινωνική δυσφορία και οδύνη, δεν σημαίνει ότι, σ' αυτές τις συνθήκες της οικονομικής κρίσης και των καταλυτικών συνεπειών της στις ζωές της συντριπτικής πλειονότητας, δεν αυξάνονται και τα ποσοστά της κατάθλιψης ως διαταραχής -όπως, άλλωστε, έχει παρατηρηθεί σε όλες τις περιόδους οικονομικής ύφεσης στον καπιταλισμό. Υπάρχει, ωστόσο, ένα συνεχές (μια διαφορά βαθμού και όχι ποιοτική) ανάμεσα στο καθημερινό βίωμα της οδύνης, π.χ., από την απειλούμενη κατάσχεση του σπιτιού σου, από τη μακροχρόνια ανεργία, από την αίσθηση ότι δεν αξίζεις πια τίποτα γιατί, πολύ συγκεκριμένα και υλικά, δεν μπορείς να εξασφαλίσεις τη δική σου επιβίωση και της οικογένειάς σου, μέχρι την εγκαθίδρυση μιας καταθλιπτικής διαταραχής, όταν τα ανυπόφορα αδιέξοδα του σήμερα έρχονται να «ακουμπήσουν» πάνω σε (και να αλληλεπιδράσουν με) μια συγκεκριμένη, ιδιαίτερη προσωπική ιστορία.
Αλλωστε και ο ΠΟΥ, ήδη από την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα, είχε προβλέψει ότι η κατάθλιψη θα έφτανε, το 2020, ν' αποτελεί τη δεύτερη αιτία θανάτου (μετά τα καρδιαγγειακά νοσήματα) - χωρίς, βέβαια, ποτέ το ζήτημα της κατάθλιψης να τίθεται στις πραγματικές του διαστάσεις, από φόβο, προφανώς, μήπως αποκαλυφθεί μια δυσφορία με πηγή όχι μέσα στο άτομο, αλλά στο κοινωνικό πλαίσιο.
 Η ραγδαία αύξηση της συνταγογράφησης των αντικαταθλιπτικών, ιδιαίτερα των νεότερων, οφείλεται, πρωτίστως, στις πολιτικές προώθησής τους στην αγορά από το διεθνές βιο-φαρμακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, μέσω και της χειραγώγησης της υπερδιάγνωσης της κατάθλιψης, αλλά και της περαιτέρω διεκδίκησης/απόκτησης ενδείξεών τους και για άλλες ψυχικές διαταραχές. Και όλα αυτά με την αγαστή συνεργασία της πλειονότητας της ψυχιατρικής κοινότητας (για τον τρόπο που γίνεται, δείτε και το σκάνδαλο με τη Novartis), η οποία, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του '80, έχει στραφεί στη βιολογική ψυχιατρική και έχει μάθει να «διαβάζει» την όποια ψυχική οδύνη ως μια κατάσταση «χημικής ανισορροπίας» του εγκεφάλου, που χρειάζεται, απλώς, το ψυχοφάρμακο.
Σε μια λογική ταμποναρίσματος της ψυχικής δυσφορίας του υποκειμένου. Λογική που εσωτερικεύεται από το ίδιο το υποκείμενο που νιώθει ότι δεν μπορεί να ζήσει «χωρίς τα χάπια του».
 Ο όρος «εθνική κατάθλιψη», που δυστυχώς προωθήθηκε και από πολλούς ψυχιάτρους, στοχεύει σε μια ψυχιατρικοποίηση των υποκειμενικών βιωμάτων ως ενός ακόμα εργαλείου για τη χειραγώγηση των λαϊκών μαζών. Η καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου, που η προϊούσα επιδείνωσή του δεν φαίνεται να έχει ορατό τέλος, η απογοήτευση και το μούδιασμα μπροστά σ' αυτό που βιώνεται ως «έλλειψη εναλλακτικής» (μετά και την οριστική και αμετάκλητη διάψευση των όποιων ελπίδων από την «πρώτη φορά Αριστερά») μπορεί, εξωτερικά, να εμφανίζονται με μιαν εξατομίκευση, μ' έναν εγκλωβισμό στις πρακτικές ατομικής επιβίωσης, με μιαν εσωστρέφεια, μιαν απάθεια και μια παθητικότητα, που, όμως, κρύβει, από πίσω, πολύ θυμό.
Ο οποίος, όπως έχει δείξει και η πρόσφατη ιστορία μας, κανείς δεν ξέρει πότε και πώς θα ξεσπάσει.
 Η απάντηση είναι, όπως ήταν πάντα, η αντίσταση σε όλα αυτά που αρνούνται και ακυρώνουν τη ζωή μας, την ανθρώπινη υπόσταση και αξιοπρέπειά μας. Η «ψυχολογία της αντίστασης» ήταν πάντα ο κύριος παράγοντας που προστάτευε την προσωπικότητα από τη διάλυση και την εκμηδένιση.
Με την ψυχολογία του ατόμου να γίνεται ψυχολογία ενός μέλους της ομάδας, μέσα από τη συμμετοχή και την ενσωμάτωση σε συλλογικότητες που παλεύουν ενάντια σε όσα και όσους καταστρέφουν τις ζωές μας. Είναι μέσα από τη συνειδητή και συλλογική δράση, σε μια χειραφετητική προοπτική, που ζωντανεύει η ελπίδα στο μέλλον ως το θεμέλιο της ανθρώπινης ύπαρξης. Που κάνει δυνατή τη ζωή ως μια προοπτική.
Αυτό ήταν πάντα και είναι, πολύ περισσότερο σήμερα, το βασικό και πιο αποτελεσματικό φάρμακο για την όποια «κατάθλιψη».

Δημήτρης Πλουμπίδης

«Η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα δεν μπορεί να αναλυθεί με όρους ψυχολογίας των ατόμων»

 Το πρόβλημα της κατάθλιψης, της αυτοκτονικότητας και των αυτοκτονιών έχει ευρύτατα συζητηθεί από την αρχή της κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Εχουν δημοσιευτεί μελέτες που αναδεικνύουν μια απότομη αύξηση της κατάθλιψης από 3,3% του πληθυσμού το 2008 -όταν τα μαύρα σύννεφα πύκνωναν απειλητικά αλλά στην Ελλάδα η κρίση δεν είχε επίσημα ξεσπάσει- σε 8,2% το 2011 και 12,3% το 2013.
Τα φαινόμενα σήμερα παρουσιάζουν μια σχετική σταθεροποίηση και όχι σημαντική αύξηση.
 Η δεκαετία πριν από την κρίση χαρακτηρίζεται από την πλασματική ευημερία που εξέθρεψε κάθε είδους ατομικές συμπεριφορές και τον κατακερματισμό του κοινωνικού ιστού. Η κατάθλιψη δεν συνδέεται αυτόματα με την κοινωνική κρίση, αλλά με το γεγονός ότι αυτή πιέζει ή καταστρέφει τόσες πολλές πλευρές της κοινωνικής ζωής που κάποιες από αυτές θα λειτουργήσουν τραυματικά στον εσωτερικό κόσμο των περισσότερων από εμάς.
Οι αόριστες ή σκοτεινές προσωπικές προοπτικές, η φθορά των κοινωνικών σχέσεων, η ταπείνωση από την οφθαλμοφανή εξάρτηση της χώρας είναι παράγοντες που εκτρέφουν την κατάθλιψη.
Ομως η καταθλιπτική ή ακόμα και η αυτοκτονική διάθεση για να γίνουν πραγματικά απειλητικές καταστάσεις πρέπει να έχουν σημαντική διάρκεια, ενώ η ψυχική πίεση θίγει κατά προτεραιότητα άτομα με ένα ευάλωτο προσωπικό υπόστρωμα.
 Η ευρεία χρήση των αντικαταθλιπτικών και των αγχολυτικών φαρμάκων προηγείται σαφέστατα της οικονομικής κρίσης και αφορά την τελευταία τριακονταετία. Αυτό οφείλεται τόσο στους γιατρούς, καθώς η συνταγογράφηση έχει γίνει θεραπευτικός αυτοματισμός ακόμα και σε ήπιες καταθλιπτικές εικόνες χάρη στη γρήγορη βελτίωση του άγχους, όσο και τους ασθενείς που τα επιζητούν.
Η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων με «στεγνή» ψυχοθεραπεία ή κοινωνικά μέσα είναι πολύ πιο μακροχρόνια και απαιτεί την κινητοποίηση ατομικών και ομαδικών δυναμικών, που δεν είναι πάντα προφανή και διαθέσιμα.
 Δεν μπορούμε να μιλούμε για «εθνική κατάθλιψη». Ισως να ονομάζουν έτσι τη γενικευμένη αναστάτωση των ανθρώπων από τη σωρεία δυσμενών αλλαγών που βλέπουν ή φοβούνται. Η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα δεν μπορεί να αναλυθεί με όρους ψυχολογίας των ατόμων, οι πολιτικοί όμως γνωρίζουν ότι αν καταφέρουν να συντονιστούν με τους φόβους και τις ελπίδες πολλών ανθρώπων και να τους δώσουν μια, έστω μακρινή, διέξοδο αποκτούν σημαντικό προβάδισμα.
 Οταν κάποιος καταρρέει υπό το βάρος της κατάθλιψης και του άγχους τότε η χρήση των διαθέσιμων θεραπευτικών μεθόδων, συμπεριλαμβανομένων των φαρμάκων, είναι απαραίτητη. Οταν όμως η κατάθλιψη φτάνει σε διψήφια ποσοστά του πληθυσμού, τότε παύει να είναι το πρόβλημα μερικών ευάλωτων ατόμων και γίνεται κοινωνικό.
Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνική πραγματικότητα σπρώχνει στα άκρα πολλούς από τους πολίτες του τόπου και η θεραπεία γίνεται κοινωνική, δηλαδή η άρση των πιέσεων και η βελτίωση των συνθηκών που γεννούν την κατάθλιψη.