Συσπειρωση

Συσπειρωση

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

«ΑΠΟ ΤΟ ΑΣΥΛΟ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ»


Ένα 17λεπτο ντοκουμέντο από την παρέμβαση/κατάληψη  της  Κίνησης Χειραφέτησης ΑμεΑ: "Μηδενική Ανοχή" στο ΚΕΠΕΠ Λεχαινών...
 Την ίδια ώρα που το φερόμενο ως ΕΘΝΙΚΟ αναπηρικό κίνημα έβγαζε στον δρόμο τους ανάπηρους/ες σε ρόλο κομπάρσου, ...








Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ
ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Το τραγικό συμβάν του θανάτου τριών μηχανικά καθηλωμένων ασθενών στο ΨΝΑ, στις 4 Σεπτέμβρη, από αναθυμιάσεις λόγω πυρκαγιάς, αποτέλεσε, για μιαν ακόμα φορά, την αφορμή για να δει το φως της δημοσιότητας η διηνεκής βαρβαρότητα του ψυχιατρείου και της κυρίαρχης ψυχιατρικής γενικότερα. Μια δημοσιότητα όπως πάντα βραχύβια, ως ένα ακόμα θέαμα πριν και μετά από τόσα άλλα, ως ένα «φαίνεσθαι» που κάνει την διαδρομή του μέσα από την ροή των πληροφοριών και χάνεται, όπως όλα, μέσα στη γενικευμένη λήθη απέναντι στο διηνεκές «είναι» μιας βιοεξουσίας η οποία διαχρονικά (και όχι μόνο στην περίοδο του ναζισμού) ορίζει κάποιες ζωές (όλο και περισσότερες στις μέρες μας) ως «ανάξιες να ζουν».
Μια σειρά από ομάδες, άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, άτομα, παιδιά ή ενήλικες, με ποικίλων ειδών αναπηρίες, υπερήλικες σε γηροκομεία ή σε μονάδες χρόνιας παραμονής, υφίστανται από πάντα ένα είδος φροντίδας και περίθαλψης που ισοδυναμεί με ένα καθημερινό βασανιστήριο. Κρατιούνται στη ζωή ως αντικείμενα, ως «πράγματα», μέσα σε δομές, μονάδες νοσηλείας, οικοτροφεία, ιδρύματα/ κολαστήρια που λειτουργούν στη λογική της κοινωνικής ανάθεσης για την ανάληψη της διαχείρισης των κοινωνικά ανεπιθύμητων, όσων αντιμετωπίζονται ως «κοινωνικό βάρος», ανθρώπων που έχουν μείνει μόνοι (και αβοήθητοι), ή εξοβελίζονται από οικογένειες (επίσης, συχνά, μόνες και αβοήθητες), μια ανάληψη που δικαιολογεί και θέσεις εργασίας και ως εκ τούτου θεωρείται ως πολλαπλώς κοινωνικά χρήσιμη.
Αυτό που χαρακτηρίζει το κυρίαρχο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, τον καπιταλισμό ως συστατικό του στοιχείο, είναι η απόδοση, διαμέσου της κυρίαρχης ιατρικής και ψυχιατρικής, στις διάφορες μορφές της μη κανονικότητας, στις ποικίλες μορφές του διαφορετικού, μιας αρνητικής ιδιότητας, του στοιχείου της κατωτερότητας, του ανίατου, της εκφυλισμένης μορφής ύπαρξης, η οποία, στο βαθμό που για ποικίλους λόγους, αδυνατεί να ανταποκριθεί και να λειτουργήσει εντός των θεσμοθετημένων ορισμών της κυρίαρχης κανονικότητας, υφίσταται τις πρακτικές του εξοβελισμού και της εκμηδένισης - υπό τις ποικίλες μορφές της, συχνά εναλλακτικές στην «τελική λύση» όταν δεν υπάρχουν (ακόμα) οι κοινωνικοπολιτικοί όροι για την εφαρμογή της. Μια από τις συνήθεις εναλλακτικές μορφές αυτής της εκμηδένισης είναι τα «κλουβιά των Λεχαινών», αλλά και οι μηχανικές καθηλώσεις (και οι απομονώσεις, η επιτήρηση με τηλεκάμερες κλπ) σε όλα τα προαναφερθέντα ιδρύματα, που για ορισμένους διαρκούν για μήνες και χρόνια, εφ΄ όρου ζωής. Να σημειώσουμε ότι κλουβιά δεν υπάρχουν μόνο στα Λεχαινά, αλλά και αλλού. Υπήρχαν παλιότερα στη Λέρο, στο Δρομοκαϊτειο, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, μέχρι πρόσφατα, μάλιστα, στα ψυχιατρεία της Τσεχίας, όπου, απέναντι στις καταγγελίες γι΄ αυτές τις πρακτικές, η κυρίαρχη ψυχιατρική κοινότητα υπεράσπιζε με ζέση τον «θεραπευτικό» χαρακτήρα των κλουβιών.
Το πρόβλημα, εν προκειμένω, είναι, σύμφωνα και με τον Franco Basaglia, η αξία που αναγνωρίζεται στον άνθρωπο, από την οποία προκύπτει και η χρήση που γίνεται της υγείας και της αρρώστιας, του κανονικού και του μη κανονικού. Είναι στη βάση της διαφορετικής αξίας που δίνεται στον άνθρωπο, που υγεία και αρρώστια αποκτούν ή μια αξία απόλυτη (θετική η μία αρνητική η άλλη), ως έκφραση της συμπερίληψης του υγιή και του αποκλεισμού του ασθενή, ή μια αξία σχετική, στο βαθμό που είναι εμπειρίες και αντιφάσεις της ζωής, η οποία εκτυλίσσεται ανάμεσα στην υγεία και την αρρώστια, το κανονικό και το μη κανονικό. «Αν αξία είναι ο άνθρωπος, η υγεία και η κανονικότητα δεν μπορούν ν΄ αντιπροσωπεύουν τη νόρμα, δεδομένου ότι η κατάσταση του ανθρώπου είναι να είναι υγιής και ταυτόχρονα άρρωστος, κανονικός και ταυτόχρονα μη κανονικός» (1).
Είναι προφανές ότι η αντιμετώπιση του ασθενή, ενός ανθρώπου, δηλαδή, με πολύπλοκες ανάγκες, με σεβασμό στην ελευθερία και την αξιοπρέπειά του ως υποκειμένου με πλήρη δικαιώματα (τα οποία πρέπει να αναγνωρίζονται έμπρακτα, υλικά και όχι στα λόγια), απαιτεί ένα τρόπο προσέγγισης, κατανόησης και φροντίδας ριζικά διαφορετικό από αυτόν που μέχρι τώρα ασκείται.
Αυτό που χαρακτηρίζει την εγκαθιδρυμένη σχέση (φροντίδα, περίθαλψη) σε όλα τα προαναφερθέντα ιδρύματα, αντανακλώντας τον χαρακτήρα των ανταγωνιστικών και καταπιεστικών κοινωνικών σχέσεων, είναι η βία. Γιατί είναι ακριβώς η εγγενής βία που διέπει τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, που ωθεί στην αποβολή και στον αποκλεισμό από την κοινωνία των στοιχείων εκείνων που δεν εντάσσονται στην κανονιστικότητά της, που δεν παίζουν στο παιχνίδι της. Οπως λέει και πάλι ο Fr. Basaglia, επικεντρώνοντας στα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία (αλλά το ίδιο ισχύει για όλες τις ομάδες ατόμων με ιδιαίτερες και πολύπλοκες ανάγκες), αν, αναλύοντας τον κόσμο της βίας, τον κόσμο του αποκλεισμού, «δεν αναγνωρίσουμε πως αυτός ο κόσμος είμαστε εμείς-εφόσον εμείς είμαστε οι θεσμοί, οι κανόνες, ο αρχές, οι διατάξεις και οι οργανώσεις-αν δεν αναγνωρίσουμε ότι αποτελούμε μέρος του κόσμου της απειλής και της κατάχρησης, από τον οποίο το πάσχων υποκείμενο καταπιέζεται και αποκλείεται, δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ότι η κρίση του ασθενή είναι η δική μας κρίση» (2).
Αποτελώντας την πιο ανάγλυφη έκφραση αυτής της εγγενούς θεσμικής βίας των ψυχιατρικών και προνοιακών υπηρεσιών, οι πρακτικές των περιοριστικών μέτρων (μηχανική καθήλωση, απομόνωση, σε συνδυασμό, ή όχι, με την κλειδωμένη πόρτα) δεν αποτελούν ένα ξένο σώμα στην θεραπευτική πρακτική, πχ, της Ψυχιατρικής, σαν μια κακοφορμισμένη κρεατοελιά πάνω σ΄ ένα υγιές σώμα, αλλά εγγράφονται μέσα στην φύση, τη λογική και τη λειτουργία του επικρατούντος ψυχιατρικού παραδείγματος, ιατροκεντρικού, νοσοκομειοκεντρικού και άκρως βιολογικού.
Παραμένοντας στο παράδειγμα της Ψυχιατρικής, μπορούμε να δούμε ότι αυτές οι πρακτικές και αυτή η προσέγγιση έλκουν την καταγωγή τους στην πρώιμη ιστορία της, εδώ και 200 χρόνια, όταν, όπως αναφέρει o Klaus Doerner, χρησιμοποιούνταν ως «θεραπευτικό» μέτρο «μια υγιής αίσθηση φόβου» προκειμένου να επιτευχθεί μια αλλαγή στη συμπεριφορά και ο αυτοέλεγχος του ασθενή. Ο γιατρός, ήδη από τότε, δεν λειτουργεί απλώς ως ειδικός, αλλά διαμέσου του αξιώματός του, της λειτουργίας που επιτελεί και, επομένως, διαμέσου της εξουσίας του. Και με τον Pinel ο πυρήνας της ψυχιατρικής δουλειάς εξακολουθεί να είναι η ενστάλαξη φόβου, δεδομένου ότι, αν και «κατάργησε τις αλυσίδες», εισήγαγε (μαζί με τον Pussin) τον ζουρλομανδύα. Η Ψυχιατρική ασκείται μέσω της επιβολής μιας εξουσίας, η οποία διατρέχει τα διάφορα «διορθωτικά μέσα» και τις βίαιες μορφές «εκπαίδευσης» (3).
Ωστόσο, ακόμα και τότε έγιναν δυνατές εμπειρίες όπως αυτή του Conolly στο άσυλο του Hanwell στην Αγγλία, που, στα μέσα του 19ου αιώνα, άνοιξε τις πόρτες και κατάργησε το δέσιμο και τις απομονώσεις, αντικαθιστώντας τον περιορισμό με το διάλογο και τις κοινωνικές δραστηριότητες – σε μια εποχή, ας σημειώσουμε, που δεν υπήρχε ούτε υποψία από τα σύγχρονα ψυχοφάρμακα (4). Και δεν είναι τυχαίο που ήδη από τότε ο Conolly, είχε διατυπώσει μια μεγάλη αλήθεια, που είναι εξαιρετικά επίκαιρη σήμερα απέναντι σε όσους μιλούν για εξορθολογισμό των μηχανικών καθηλώσεων, για τήρηση πρωτοκόλλου, να γίνονται μόνο σε καταστάσεις «εκτάκτου ανάγκης» (ο ορισμός των οποίων έγκειται, φυσικά, στην υποκειμενική κρίση αυτού που έχει την εξουσία ν΄ αποφασίζει) κλπ. «Δεν θα μπορούσε να διαπραχθεί μεγαλύτερο λάθος, έλεγε ο Conolly, από το να πιστέψει κανείς ότι μια μετριασμένη χρήση της μηχανικής καθήλωσης μπορεί να είναι συμβατή με ένα γενικό πρόγραμμα θεραπειών που να είναι ολοκληρωμένο, αδιαμφισβήτητο, ανθρώπινο. Η κατάργηση πρέπει να απόλυτη, διαφορετικά δεν θα καταφέρει να λειτουργήσει» (5).
Τα κλουβιά στα Λεχαινά και όπου αλλού δεν είναι παρά μια ακραία μορφή, πέραν των όποιων ορίων, των πάγιων κατασταλτικών πρακτικών, της μηχανικής καθήλωσης και της απομόνωσης, που αποτελούν την αυτονόητη καθημερινή ρουτίνα και τον τρόπο παροχής φροντίδας και περίθαλψης στις ψυχιατρικές μονάδες, στα ιδρύματα για παιδιά και ενήλικες με νοητικές και σωματικές αναπηρίες, σε μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων. Όταν, για παράδειγμα, οι μισοί νοσηλευόμενοι της μονάδας του ΨΝΑ (πρώην 7ο) όπου έχασαν τη ζωή τους οι τρεις καθηλωμένοι ασθενείς από την πυρκαγιά, είναι δεμένοι σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, κάθε μέρα, εφ΄ όρου ζωής μέχρι να πεθάνουν, με την οδηγία της μηχανικής καθήλωσης να είναι προαποφασισμένη και γραμμένη στο βιβλίο των ιατρικών εντολών και με τον ρόλο του εφημερεύοντος γιατρού απλώς να υπογράφει σε αυτό το βιβλίο την ανανέωσή της, τότε αυτό με το οποίο είμαστε αντιμέτωποι είναι η καταδίκη σε μια διαρκή οδύνη, χωρίς καμιά δυνατότητα αντίδρασης, την μετατροπή του ανθρώπου σε αντικείμενο, σε «πράγμα», σε μιαν ύπαρξη αόρατη, που δεν υπάρχει ως τέτοια γι΄ αυτούς που είναι εντεταλμένοι για την φροντίδα και την περίθαλψή του, σε αυτό που ο G. Agamben ονομάζει «γυμνή ζωή», σε ένα όν στερημένο από ό,τι συνιστά την ανθρωπινότητά του.
Και όλα αυτά στο όνομα της «επικινδυνότητας», που συνδέεται με το πάσχων υποκείμενο ως μια ατομική του ιδιότητα και της «ασφάλειάς» του. Αλλωστε, η προσπάθεια νομιμοποίησης της μηχανικής καθήλωσης βασίζεται ακριβώς στον χαρακτηρισμό της ως «ιατρικής πράξης», που επιτελείται στο όνομα της «τάξης» και της «ασφάλειας» (πχ, αντιμετώπισης της ψυχοκινητικής διέγερσης/επιθετικότητας ενός ψυχικά πάσχοντος, ή, σε άλλες περιπτώσεις, για να μη πέσει ένας ηλικιωμένος από το κρεβάτι του) ενώ, στην πραγματικότητα, αποτελεί έκφραση, πρωτίστως, μιας ορισμένης κουλτούρας και πρακτικής, αλλά και της έλλειψης πόρων και προσωπικού. Και είναι, προφανώς, η λιγότερο δαπανηρή επένδυση γι΄ αυτή την «επικινδυνότητα» και την «ασφάλεια», καθώς οι ιμάντες και τα κλουβιά αντικαθιστούν την ανθρώπινη σχέση, την παρουσία, τον διάλογο, την διαπραγμάτευση, με ένα επαρκές αριθμητικά και, προπαντός, κατάλληλα εκπαιδευμένο και ευαισθητοποιημένο προσωπικό.
Τι άλλο είναι το βασανιστήριο αν όχι αυτή η πρακτική της μηχανικής καθήλωσης (και της απομόνωσης)-και όχι μόνο το κλουβί, με την ανάγλυφη μορφή του ως οργάνου βασανιστηρίων, αλλά η ίδια η μηχανική καθήλωση ως τρόπος απάντησης στην οδύνη, στην απελπισία και στον φόβο του άλλου. Αυτές οι πρακτικές δεν έχουν καμιά σχέση με αυτό που αποκαλείται «ιατρική πράξη», θεραπεία, φροντίδα. Είναι απλώς μια μέθοδος και ένα όργανο βασανιστηρίου.
Επιπλέον, η μηχανική καθήλωση, εκτός από μια πρακτική εξευτελιστική και απάνθρωπη, που ακυρώνει και εκμηδενίζει αυτόν που την υφίσταται, ακυρώνει, επίσης, και εκμηδενίζει (ας μην το ξεχνάμε αυτό) και αυτόν που την ασκεί. Η διαδικασία της πραγμοποίησης του πάσχοντος υποκειμένου, που με αυτό τον τρόπο (και με όλη τη λειτουργία της κυρίαρχης ψυχιατρικής) στερείται την υποκειμενικότητά του και ανάγεται σε ένα απλό βιολογικό σώμα, μολύνει επίσης και τον λειτουργό ψυχικής υγείας (προνοιακής φροντίδας κλπ), μετατρέποντας και αυτόν σε αντικείμενο, στερώντας του την δυνατότητα για ανάπτυξη θεραπευτικών δεξιοτήτων και για θεραπευτική σχέση (6). Η πραγματικά θεραπευτική πρακτική είναι προϊόν μιας συλλογικής/ομαδικής επιλογής και δέσμευσης να έχουμε ως αφετηρία τον σεβασμό και την ελευθερία του προσώπου, ενός προσώπου που σίγουρα έχει μια δική του ιστορία στην διάρκεια της οποίας αυτός ο σεβασμός και η ελευθερία είτε είχαν πληγεί, σε άλλοτε άλλο βαθμό, ή και αγνοηθεί πλήρως. Η πραγματικά θεραπευτική πράξη αναπτύσσεται γύρω από αυτόν ακριβώς τον κεντρικό πυρήνα, με αφετηρία τον οποίο εκδιπλώνεται η όποια άλλη θεραπευτική παρέμβαση και διαδικασία.
Η μηχανική καθήλωση μπλοκάρει αυτή την ανάπτυξη μέσα από την ίδια την εφαρμογή της, καθώς έχει ως συνέπεια την ακραία ταπείνωση και τον εξευτελισμό του προσώπου και αναδεικνύεται ως η μορφή που λαμβάνει η ανικανότητα των λειτουργών ν΄ αντιμετωπίσουν διαφορετικά την οδύνη και τη βία, δίνοντας μιαν ανεύθυνη και αμυντικού χαρακτήρα απάντηση, μέσω της άσκησης βίας - μια βία από τη μεριά του πιο ισχυρού, αυτού που είναι σε θέση να κρατήσει μιαν απόσταση ανάμεσα στον εαυτό του και τον άλλο : με τον εγκαθιδρυμένο ρόλο, τους κανόνες, το ίδρυμα, την εξουσία (7).
Το δέσιμο ενός προσώπου στο κρεβάτι του νοσοκομείου/ιδρύματος είναι μόνο η έσχατη πράξη μια σειράς βίαιων ενεργειών, που το ίδρυμα, ψυχιατρικό ή άλλο, χρησιμοποιεί απέναντι σε ένα πρόσωπο με ψυχοκινητική ανησυχία, διαταρακτική, επιθετική, ή και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Ας πάρουμε την ιδιαίτερη περίπτωση της ψυχιατρικής μονάδας που καλείται ν΄ αντιμετωπίσει ένα άτομο με μιαν οξεία ψυχική διαταραχή. Ένα άτομο που φτάνει στο νοσοκομείο με χειροπέδες με συνοδεία της αστυνομίας, ύστερα από μια (άλλοτε άλλου βαθμού βίαιη) σύλληψη στη βάση μιας εισαγγελικής παραγγελίας. Και ύστερα από μια άλλοτε άλλη υποδοχή και συνέντευξη/εξέταση (ανακριτική, βιαστική, διεκπεραιωτική, απειλητική, ενίοτε ειρωνική κοκ) στα επείγοντα, μεταφέρεται σ΄ ένα τμήμα όπου, αφού πιθανόν ψαχτεί και του αφαιρεθούν μερικά προσωπικά και θεωρούμενα από το σύστημα ως εν δυνάμει επικίνδυνα αντικείμενα (αναπτήρας, σπίρτα, ζώνη κλπ), αντιλαμβάνεται ότι οι πόρτες του τμήματος είναι κλειδωμένες και απαγορευμένη η όποια ελευθερία κίνησης προς τα έξω. Εγκλωβισμένος/η μέσα σ΄ ένα χώρο όπου η καθημερινότητα είναι προγραμματισμένη στη βάση συγκεκριμένων ωραρίων, για το φαγητό, τον ύπνο, την (υποχρεωτική, ενίοτε χωρίς καμιά ενημέρωση, διάλογο ή διαπραγμάτευση) λήψη της φαρμακευτικής αγωγής-κανόνες και κλείδωμα που έχουν εφαρμογή ακόμα και σε όσους νοσηλεύονται εκούσια (που και αυτοί ακόμα βρίσκονται, όχι σπάνια, μηχανικά καθηλωμένοι).
Και είναι να αναρωτηθεί κανείς στα σοβαρά, αν, μέσα σε μια τέτοια καταχρηστική αντιμετώπιση και ιδρυματική βία και με δεδομένη την προηγηθείσα και αντίστοιχα καταχρηστική και βίαιη, χωρίς καμιά κατανόηση βιωμάτων, επιθυμιών και αναγκών αντιμετώπιση από το οικογενειακό, το κοινωνικό και το εργασιακό περιβάλλον, αν μπορεί να θεωρηθεί γραμμικά ως ένα σύμπτωμα τρέλας η αντίδραση ενός προσώπου, που είναι ήδη σε κατάσταση κρίσης, με θυμό, με ουρλιαχτά, με απειλές, με κλωτσιές στην κλειδωμένη πόρτα, με την προσπάθεια να σπάσει τα τζάμια του παραθύρου, με την άρνηση να πάρει φάρμακα, που του δίνονται υποχρεωτικά.
Και όμως, είναι σ΄ αυτό το σημείο και ύστερα από όλα αυτά, που ο ψυχιατρικός θεσμός οδηγείται, μέσα από έναν εγγενή ιδρυματικό αυτοματισμό, στην έσχατη και καθοριστική πράξη βίας : το δέσιμο αυτού του προσώπου πάνω στο κρεβάτι. Οπως παρατηρούσε ο Fr. Basaglia, στο ψυχιατρείο εισέρχεται ένα άρρωστο σώμα, ένα σώμα που έχει τεθεί σε σκληρή δοκιμασία από τα βιώματά του, τους φόβους του, τις ματαιώσεις, τις αναπάντητες ανάγκες του και ήδη σοβαρά εξασθενημένο (8). Και όταν αρχίζει εντός του ψυχιατρείου αυτό που E. Goffman αποκάλεσε «η καριέρα του ψυχικά ασθενή», όταν εισέρχεται σε εκείνο το χώρο όπου οι νοσοκόμοι, όταν πιάνουν βάρδια και όταν είναι να παραδώσουν βάρδια, πρέπει να ελέγξουν τις κλειδαριές και να μετρήσουν πιάτα, πιρούνια, κουτάλια και ασθενείς, εκεί όπου το σώμα του ασθενή είναι ένα κομμάτι του εξοπλισμού, ένα έπιπλο που έχει την ίδια αξία με μια κλειδαριά, ιδού πώς το σώμα του ασθενή γίνεται αντικείμενο, παύει να είναι σώμα-υποκείμενο και γίνεται σώμα-αντικείμενο (9).
Ο ψυχικά πάσχων, ο τρελός, είναι βίαιος γιατί είναι άρρωστος. Αυτό σκεφτόμαστε συνήθως και αυτή είναι η γραμμή σκέψης του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος. Αν, όμως, αντίθετα, η βία του είναι μια απάντηση στη βία του ιδρύματος; Αν η βία του έγκλειστου στο ψυχιατρείου, το ίδιο όπως και στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, είναι ένας τρόπος εξέγερσης απέναντι στον θεσμό που τον εξευτελίζει, τον απονεκρώνει, που μεταλλάσει το άρρωστο σώμα του σε σώμα του ιδρύματος;(10)
Το βασανιστήριο θεωρείται ως μια μέθοδος φυσικής και ψυχολογικής καταπίεσης που ασκείται με σκοπό την τιμωρία, ή την απόσπαση ομολογίας και/ή πληροφοριών. Και πολλές φορές συνοδεύεται από την χρήση ειδικών οργάνων/εργαλείων με σκοπό την επιβολή τιμωρίας μέσω της άσκησης σωματικού πόνου. Πολλές από αυτές τις ορολογίες και τους ορισμούς που χρησιμοποιούνται σε αυτό το πεδίο παραπέμπουν στις πρακτικές της μηχανικής καθήλωσης στις ψυχιατρικές υπηρεσίες και σε όλα τα προνοιακά ιδρύματα τύπου Λεχαινών, Σκαραμαγκά κλπ.
Το γεγονός ότι η μηχανική καθήλωση ισοδυναμεί με βασανιστήριο δεν μπορεί, πλέον, παρά να αναγνωρίζεται και να δηλώνεται ανοιχτά. Τα άτομα υφίστανται την καθήλωση/βασανιστήριο ως τιμωρία, γιατί αντιδρούν στους κανόνες του τμήματος-γιατί, πχ, αρνούνται να πλυθούν, γιατί διεκδικούν τα προσωπικά τους αντικείμενα, γιατί θέλουν ελεύθερη επικοινωνία με τον εξωτερικό κόσμο κλπ. Οταν τα. άτομα αρνούνται την επιβαλλόμενη θεραπεία, όταν αρνούνται την πατερναλιστική σχέση με την οποία τους περιβάλλουν γιατροί και νοσηλευτές, όταν επίμονα επιδιώκουν να προβάλλουν το δικό τους δίκιο, τότε καθηλώνονται και εξαναγκάζονται να αποδεχτούν τους κανόνες του χώρου, τα φάρμακα κλπ. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, ότι οι εικόνες με τους ιμάντες που δένουν καρπούς και αστραγάλους στο κρεβάτι, σε κάποιες δομές τα ειδικά γιλέκα που ακινητοποιούν το σώμα πάνω στο κρεβάτι, αλλού ειδικές πολυθρόνες βιδωμένες στο πάτωμα για να μη μπορεί να τα μετακινήσει ο όποιος δεμένος πάνω σε αυτές και σε «ψυχοκινητική διέγερση» ασθενής, να φέρνουν στο νου εικόνες από τα όργανα των βασανιστηρίων των παλιών εποχών (11).
Πολλές φορές αυτά τα άτομα, όπως προαναφέρθηκε, παραμένουν καθηλωμένα για πολλές μέρες, εβδομάδες και μήνες. Και γιατροί και νοσηλευτές επισκέπτονται τον καθηλωμένο, εκτός από το να δουν τα ζωτικά σημεία, και για να διαπιστώσουν αν ο τιμωρημένος ασθενής ανέκτησε την κριτική του ικανότητα,: όπως ένας δομινικανός ιερέας ο λειτουργός ζητάει από τον δεμένο ασθενή (τον σταυρωμένο) να απαρνηθεί, να μετανιώσει, να πει αν έχει καταλάβει ότι υπερέβαλε, ότι είναι σωστό να παίρνει τα φάρμακα, ότι αναγνωρίζει την καλοσύνη και την σοφία των λειτουργών του ιδρύματος (12). Αν δεν συναινέσει, αν μάλιστα είναι ακόμα πιο θυμωμένος εξαιτίας του εξευτελισμού που υπέστη με το δέσιμο, τότε δεν έχει ελπίδα να τον λύσουν στο προβλεπτό μέλλον. Γενικά στις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας, στα ψυχιατρεία ή στα γενικά νοσοκομεία, πολύ εύκολα, με το «παραμικρό», μπορεί κάποιος/α να βρεθεί μηχανικά καθηλωμένος, πολύ δύσκολα, όμως, μπορεί να απο-καθηλωθεί, ανάλογα με την όποια υποκειμενική εκτίμηση του όποιου ψυχιάτρου για την «ακόμα» επικρεμάμενη «επικινδυνότητα».
Επομένως, ακολουθώντας και την προαναφερθείσα δήλωση του Conolly, μπορούμε να πούμε ότι η αμφισβήτηση και η πάλη ενάντια στην μηχανική καθήλωση και τα περιοριστικά μέτρα εν γένει, δεν πρέπει με κανένα τρόπο να αποσκοπεί απλώς στον περιορισμό της, στη μείωση της, αλλά στην πλήρη κατάργησή της, καθώς θα κινδύνευε πάντα να επαναπροτείνεται και να γίνει εκ νέου μια ενέργεια ρουτίνας.
Η πάλη για τον εξανθρωπισμό και την Αποιδρυματοποίηση όλων των ιδρυμάτων για
τις όποιες ομάδες ατόμων με πολύπλοκα προβλήματα, πρέπει ν΄ ανοίξει σε όλη την κοινωνία. Κοινωνικά κινήματα, άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, άτομα και οργανώσεις από το αναπηρικό κίνημα, οικογένειες, λειτουργοί της ψυχικής υγείας, και άλλοι, πρέπει να ορθώσουν αντιστάσεις απέναντι σ΄ αυτή την απανθρωποποιητική διαχείριση ανθρώπων (που τα ίδια αυτά ιδρύματα μετέτρεψαν σε νεκρές ψυχές και αντικείμενα), προϊόν της λειτουργίας και των πρακτικών αυτών των ιδρυμάτων και υπηρεσιών, της εγγενούς τους βίας και βαρβαρότητας - που όσο περνάει ο καιρός, εν μέσω της οικονομικής κρίσης και των διαδοχικών μνημονίων, γίνεται όλο και χειρότερη.
Οι χώροι αυτοί που λειτουργούν παρέχοντας μια κατ’ όνομα φροντίδα εν είδει καθημερινού βασανιστηρίου, πρέπει ν΄ ανοίξουν, να γίνουν διαπερατοί στην (και από την) κοινωνία και ν΄ απαιτηθεί ο ριζικός μετασχηματισμός και η Αποιδρυματοποίησή τους. Οι εργαζόμενοι στο χώρο, ιδιαίτερα τα νοσηλευτικό προσωπικό, μπορεί και πρέπει να αγωνιστεί και για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του μόνο σε συνάρτηση με την έμπρακτη αναγνώριση των δικαιωμάτων αυτών που το «αντικείμενο της δουλειάς του», που είναι ένα υποκείμενο, ένας άνθρωπος, που πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο Η ανάκτηση της υποκειμενικότητας των λειτουργών είναι συνυφασμένη με την ανάκτηση και την έμπρακτη αναγνώριση της υποκειμενικότητας των ασθενών. Με τη εγκαθίδρυση διαλόγου και συνοδείας μέσα από τον σεβασμό στην ελευθερία του άλλου, μετασχηματίζοντας την φροντίδα από την καταπιεστική, απροσωποποιητική και αποκοινωνικοποιητική προστασία, που παρέχεται τώρα, σε μια προστασία που σέβεται την ελευθερία. Μόνο εκκινώντας από μια τέτοια αφετηρία μπορεί να εκτυλιχτούν πραγματικά θεραπευτικές διαδικασίες.
Σ΄ αυτή την οπτική, η επικοινωνία και απεύθυνση στους λειτουργούς των ιδρυμάτων αυτών, ψυχικής υγείας, προνοιακών και τρίτης ηλικίας, στην κυρίαρχη κουλτούρα τους και στις πρακτικές τους, για την αμφισβήτηση και το ξεπέρασμά τους, αντιπροσωπεύει, προφανώς, ένα στοιχείο κομβικό και ταυτόχρονα από τα πιο πολύπλοκα στην αντιμετώπισή του.
31/10/2015
Βιβλιογραφικές αναφορές

1. Franco Basaglia : «Η έννοια της υγείας και της αρρώστιας», εκδ. Βιβλιοτεχνία, Αθήνα, 2008.
2. Franco Basaglia : «Οι θεσμοί της βίας», εκδ. Βιβλιοτεχνία, Αθήνα, 2008.
3. Θ. Μεγαλοοικονόμου : «Περιορισμός ή Ελευθερία : η θεραπευτική πράξη ως εξουσία πάνω στον «άλλο» και ως συνοδεία στις διαδρομές της χειραφέτησης». Μάιος 2008.
4. οππ.
5. Giovanna Del Giudisce : «sSlegato subito», Forum Salute Mentale, 30 Ιουνίου 2015.
6. Giovanna Del Giudice, οππ.
7. Giovanna Del Giudice, οππ.
8. Franco Basaglia : «Οι θεσμοί της βίας». (Aναφέρεται από τον Piero Cipriano στο «Abolire la contezione»).
9. οππ.
10. Piero Cipriano : «Abolire la contezione», Forum Salute Mentale, 22 Ιουνίου 2015.
11. Peppe Del Acqua : «Α proposito della tortura», Forum Salute Mentale, 9 Απρίλη 2015.
12.οππ.
Θ. Μεγαλοοικονόμου







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου