Συσπειρωση

Συσπειρωση

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Σχετικά με το "πόρισμα-πρόταση" της μεταφοράς των κλινικών των ψυχιατρείων στα γενικά νοσοκομεία‏


ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

Η ΝΕΑ «ΠΟΛΙΤΙΚΗ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ
ΤΑ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΑ «ΔΕΝ» ΚΛΕΙΝΟΥΝ:
ΑΠΛΩΣ ΤΕΜΑΧΙΖΟΝΤΑΙ
ΚΑΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ



Αν και οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις, που οδηγούν στην κατάρρευση της δικομματικής κυβέρνησης και στην προκήρυξη εκλογών μέσα στο Γενάρη, έχουν θέσει ζητήματα, όπως αυτό της ψυχικής υγείας, στο περιθώριο της προσοχής, εντούτοις κάποιες εξελίξεις, κάποια σχέδια των εκτελεστικών οργάνων της παραπαίουσας κυβέρνησης και της τρόικας, αν και χωρίς ελπίδα υλοποίησής τους στο προβλεπτό μέλλον, δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα και χωρίς κανένα σχολιασμό.

Αναφερόμαστε στην πρόταση για την μεταφορά των 15 ψυχιατρικών κλινικών («τμημάτων εισαγωγών») των δύο ψυχιατρείων (ΨΝΑ-Δαφνί και Δρομοκαίτειο) σε γενικά νοσοκομεία, που παρέδωσε, στις 19 Δεκέμβρη, η «ειδική επιτροπή», που είχε από το καλοκαίρι αναλάβει το «έργο», στην υφυπουργό Κ. Παπακώστα.

Από την εν λόγω «επιτροπή» είχε ανακοινωθεί ότι το «έργο» θα παραδιδόταν στις 25 Αυγούστου, ωστόσο, η ίδια η διακήρυξη της «ταχείας παράδοσης του έργου», όσο και η εν συνεχεία καθυστέρηση της «ολοκλήρωσης του έργου» είναι ενδεικτική του άκρως τυχοδιωκτικού και ανερμάτιστου χαρακτήρα του όλου εγχειρήματος.

Λέχθηκε ότι υπήρξαν αντιρρήσεις, από τη μεριά της ηγεσίας του Υπουργείου, για την δημοσιοποίηση της έκθεσης, πιθανόν με το σκεπτικό ότι, ενόψει των αναπόφευκτων εκλογών, δεν θα άντεχαν μια παραπέρα αναστάτωση με την επίσημη ανακοίνωση της μεταφοράς των κλινικών, για το ποια κλινική πάει πού και πότε.

Ωστόσο, μετά λίγες ημέρες, το ygeia360, σύμφωνα με τις συνήθως «πολύ καλά πληροφορημένες» πηγές του, δημοσίευσε τη λίστα των νοσοκομείων στα οποία, σύμφωνα με το «πόρισμα - πρόταση», «θα» μεταφερθούν οι κλινικές των ψυχιατρείων. Καθώς, μέχρι τώρα, δεν υπήρξε καμιά διάψευση, πρέπει να θεωρήσει κανείς ότι αυτές οι πληροφορίες είναι ακριβείς. Έτσι, και η επίσημη ανακοίνωση αποφεύχθηκε, και η έκθεση (εν μέρει) δημοσιοποιήθηκε μέσω διαρροής – πιο πολύ για τον «εμπλουτισμό» κάποιων «βιογραφικών» παρά για να έχει κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα (τουλάχιστο στο προβλεπτό μέλλον).

Αφήνουμε στην άκρη, στον παρόντα σχολιασμό, το πρωταρχικό ζήτημα του βίαιου χαρακτήρα του «κλεισίματος των ψυχιατρείων» και της, απλώς, μετακόμισης των κλινικών, χωρίς να υπάρχει καμιά από τις προϋποθέσεις γι΄ αυτό το κλείσιμο, όπως η τομεοποίηση, η δημιουργία ολοκληρωμένου δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών και, προπαντός, η αλλαγή του «τρόπου σκέψης και πράξης» (αλλά και οι διαδικασίες μέσω των οποίων αυτή η «αλλαγή του τρόπου» επιτυγχάνεται), παράμετροι εκ των ουκ άνευ για την εναλλακτική στον εγκλεισμό λειτουργία ενός κοινοτικά βασισμένου συστήματος Ψυχικής Υγείας – προκειμένου, δηλαδή, να μιλάμε για «ξεπέρασμα του ψυχιατρείου» και όχι για απλή κατάργησή του.

Θα επικεντρώσουμε σ΄ αυτό που αποκαλύπτει, για τον χαρακτήρα του εγχειρήματος, το ίδιο το σχέδιο της μεταφοράς των κλινικών. Και πάλι, ωστόσο, θ΄ αφήσουμε, αναγκαστικά, στην άκρη το πολύ σημαντικό ζήτημα της καταλληλότητας των επιλεγμένων χώρων, καθώς η εν λόγω αυτόκλητη επιτροπή που τους επέλεξε (λειτουργώντας και σ΄ αυτό το πεδίο, χωρίς κανένα διάλογο, χωρίς καμιά συμμετοχική διαδικασία), δεν έχει το παραμικρό στοιχείο αξιοπιστίας για το εν λόγω έργο. Θα χρειαστεί χρόνος και επισταμένη έρευνα (ακόμα και χωρίς την επίσημη δημοσιοποίηση της έκθεσης) για να διερευνηθούν οι χώροι, η αρχιτεκτονική τους και η χωροταξική τους επάρκεια, που κρίθηκαν ως κατάλληλοι για να στεγάσουν τις ψυχιατρικές κλινικές.

Θα μείνουμε στο «αποκαλυπτικό» (με όλες τις σημασίες της λέξης) στοιχείο της μεταφοράς τεσσάρων κλινικών στο «Αμαλία Φλέμιγκ», τριών στο «Αγία Βαρβάρα» και δυο στο «Σωτηρία» - όπου ήδη υπάρχει μια ακόμα ψυχιατρική κλινική, σύνολο, δηλαδή, και εδώ, τρεις!!! Τέσσερις κλινικές στο «Α. Φλέμιγκ» σημαίνει την μεταφορά του μισού ΨΝΑ (έχει 9 κλινικές) σε ένα άλλο νοσοκομείο… και τρεις κλινικές στο Αγ. Βαρβάρα σημαίνει την μεταφορά του μισού Δρομοκαϊτείου (έχει 6 κλινικές) σ΄ ένα νοσοκομείο παραδίπλα. Για ποιο «κλείσιμο» μιλάμε…

Πρόκειται για ένα κομμάτιασμα των ψυχιατρείων, με τη μεταφορά μεγάλου μεγέθους θραυσμάτων σε άλλους χώρους, οι οποίοι μετατρέπονται σε μικρά ψυχιατρεία. Στο μέγεθος, περίπου, αυτών που έκλεισαν πριν μερικά χρόνια.

Καθώς οι ασθενείς χρόνιας παραμονής που έχουν απομείνει στα τρία εναπομείναντα ψυχιατρεία είναι σχετικά λίγοι (αφού η πλειονότητα απορροφήθηκε τα προηγούμενα χρόνια, μέσω των διαδικασιών της μεταστέγασης, σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές), το κυρίαρχο ζήτημα για το «κλείσιμο» του ψυχιατρείου είναι ο εναλλακτικός τρόπος «σκέψης και πράξης» που πρέπει να διέπει την άσκηση της ψυχιατρικής, την λειτουργία των υπηρεσιών και του όλου συστήματος και επομένως, έχει να κάνει πρωτίστως με τα «τμήματα εισαγωγών». Άλλωστε, το ζήτημα των εναπομεινάντων ασθενών χρόνιας παραμονής πρέπει και αυτό να ειδωθεί σε συνάρτηση με διαδικασίες, αφενός, αμφισβήτησης και μετασχηματισμού της παθογόνου ασυλικής λειτουργίας και, αφετέρου, δημιουργίας των ολοκληρωμένων εναλλακτικών κοινοτικών δομών, οι οποίες, στο βαθμό που δημιουργούνται και λειτουργούν, θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην στήριξη κάποιων εξ΄ αυτών στον τόπο κατοικίας, αποφεύγοντας τον μονόδρομο της μετάβασης για όλους σε στεγαστικές δομές.

Το κέντρο βάρους είναι, λοιπόν, τα «τμήματα εισαγωγών», ο μετασχηματισμός και το ξεπέρασμά τους προς κοινοτικά βασισμένες λογικές και πρακτικές. Τέσσερις (ή τρεις, ή και δυο) κλινικές σε ένα νοσοκομείο θα αναπαράγουν, απλώς, τις λογικές του ολοπαγούς ιδρύματος και μάλιστα υπό τους χειρότερους όρους, επιβεβαιώνοντας και κάποιους καλοθελητές υποστηριχτές του ασύλου (και της ασυλικής λογικής) που θεωρούν ότι, αν κλείσει το ψυχιατρείο, οι ασθενείς θα χάσουν τον «προαυλισμό» τους και τον «καθαρό αέρα» στους «ανοιχτούς χώρους του κλειστού ιδρύματος»!

Αν οι υπάρχουσες, εδώ και χρόνια, κλινικές στα γενικά νοσοκομεία δεν έχουν ακόμα ξεπεράσει το «τραύμα» του εξαναγκασμού τους να δέχονται ακούσιες νοσηλείες (μετά τον προ δεκαπενταετίας σεισμό και το, τότε, προσωρινό κλείσιμο του ΨΝΑ), με τα δεκάδες ράντζα μετά από κάθε εφημερία και με τις παραδοσιακές κατασταλτικές ιδρυματικές πρακτικές να έχουν αυτούσιες μεταφερθεί στο χώρο του γενικού νοσοκομείου, καταλαβαίνει κανείς τι πρόκειται να γίνει αν, στον ίδιο χώρο, συστεγάζονται τρεις ή τέσσερις κλινικές. Μια «κοινότητα ομοίων», με κοινά προβλήματα, με κοινή, άνωθεν, αντιμετώπιση και διαχείριση, λογικές ενός μικρότερου ασύλου, αλλά πάντα ασύλου, σε ένα τμήμα του νοσοκομείου, στο νεοϊδρυθέν «ψυχιατρείο του γενικού νοσοκομείου» - αυτός θα είναι ο νεωτερισμός των φωστήρων της επιτροπής που συγκρότησε την εν λόγω πρόταση.

Πιθανές αντίστοιχες δομές σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που έχουν εντυπωσιάσει τους φωστήρες της «επιτροπής διάλυσης των ψυχιατρείων», δεν σημαίνει ότι αποτελούν τις «καλές πρακτικές» στις χώρες προέλευσης, απ΄ όπου γίνεται η αντιγραφή, αλλά το αντίθετο: ενσαρκώνουν, απλώς, τις θατσερικές πολιτικές στην Ψυχική Υγεία, η ολοκλήρωση των οποίων παρατηρείται σήμερα με την προϊούσα κατάρρευση των συστημάτων Υγείας και Ψυχικής Υγείας σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Στο δημοσίευμα του ygeia360 αναφέρεται ότι οι κλίνες που θα μεταφερθούν ανά κλινική θα είναι από 20-27. Στο ΨΝΑ (Δαφνί) οι κλίνες είναι σε όλα τα τμήματα 27 και στο Δρομοκαίτειο αντίστοιχες ή και περισσότερες. Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξει περαιτέρω μείωση των υπαρχόντων ψυχιατρικών κλινών κατά την διαδικασία της μεταφοράς - σε μια χώρα που υπολείπεται δραματικά σε ψυχιατρικές κλίνες, πέρα και ξέχωρα από την έλλειψη εναλλακτικών, κοινοτικά βασισμένων κοινοτικών υπηρεσιών.

Αν επιμένουμε στο σχολιασμό της εν λόγω πρότασης είναι γιατί, πέρα από την νεοφιλελεύθερη λογική της Απονοσοκομειοποίησης που την διέπει (σε αντιδιαστολή με την Αποϊδρυματοποίηση και με τραγικές συνέπειες στις χώρες προέλευσης), ο λόγος για τον οποίο γίνεται, δεν έχει παρά μόνο προσχηματικά να κάνει με την πάλαι ποτέ σύναψη συμφωνίας (που επικαιροποιήθηκε με το σύμφωνο Αντόρ-Λυκουρέντζου) για το κλείσιμο των ψυχιατρείων, όταν (το 2015) θα «ολοκληρωνόταν» η «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» στη βάση των συγχρηματοδοτούμενων με την ΕΕ προγραμμάτων. Η πρόταση αυτή έχει να κάνει με την εφαρμογή, και στον χώρο της Ψυχικής Υγείας, της στυγνής, δημοσιονομικού χαρακτήρα πολιτικής στα πλαίσια των διαδοχικών μνημονίων: γι΄ αυτούς το «κλείσιμο» είναι ένα λογιστικού χαρακτήρα μέτρο, που αποσκοπεί στην δραστική περικοπή δαπανών και πρωτίστως αυτών που αφορούν σε προσωπικό. Η περαιτέρω δραστική μείωσή του είναι από τους βασικούς λόγους του «κλεισίματος», όσο κι΄ αν τώρα το διαψεύδουν μετά βδελυγμίας. Διαφορετικά, τι νόημα έχει να μεταφέρει κάποιος το «μισό Δαφνί» σ΄ ένα άλλο νοσοκομείο και το «άλλο μισό», πχ, στην Αγ. Βαρβάρα (ή, όπως αλλιώς «κάτσει» η μοιρασιά);

Βέβαια, το σχέδιο μένει στον αέρα, λόγω της βαθιάς πολιτικής κρίσης και των επικείμενων εκλογών. Η μόνη τρέχουσα «πολιτική» Ψυχικής Υγείας είναι τα γεύματα «με τα χεράκια» της υφυπουργού Κ. Παπακώστα, από κοινού με την Coca Cola (και με διάφορους «πρόθυμους» από το χώρο της ψυχικής υγείας), μιας υφυπουργού και αυτής απλώς «περαστικής», όπως και οι προκάτοχοί της, από το Υπουργείο Υγείας, χωρίς κανένα απολύτως έργο. Με πολλές, ωστόσο, δηλώσεις περί «δικαιωμάτων» και «στίγματος», με κάποιες φραστικές αστοχίες, όπως, πχ, το ΠΕΠΣ A.E., το οποίο «κακώς» παρεξηγήθηκε, αφού (ως γλώσσα λανθάνουσα) εκφράζει τον εν δυνάμει Α.Ε. χαρακτήρα των ΜΚΟ (που σύντομα θα οδηγηθούν και επισήμως στο καθεστώς των Α.Ε.), αλλά και με μια δήλωση που θα «μείνει», η οποία κολλάει πλήρως, ως λογική, ως τρόπος σκέψης, με την επιδίωξη της όπως - όπως μεταφοράς των ψυχιατρικών κλινικών των ψυχιατρείων στα γενικά νοσοκομεία : πρόκειται για την δήλωσή της ότι οι έγκλειστοι στα Λεχαινά καλώς («για το καλό τους») είναι στα κλουβιά «σύμφωνα με τους ειδικούς»!!!

Μια πολιτική αλλαγή τον Ιανουάριο δεν θ΄ αποτελεί, από μόνη της, αποφυγή των κινδύνων που απειλούν την Ψυχική Υγεία, ούτε φρένο στην περαιτέρω κατασταλτική της μετάλλαξη και αποδόμηση. Στο βαθμό, μάλιστα, που αυτή η λογική είναι ριζωμένη στη κυρίαρχη κουλτούρα και πρακτική της πλειονότητας της ψυχιατρικής κοινότητας, το ίδιο πλάνο μπορεί, σε μιαν άλλη στιγμή, να σερβιριστεί ξανά, πιθανώς με διαφορετικό περιτύλιγμα. Και με χίλιες δυο δικαιολογίες (η «διαπραγμάτευση για το χρέος», οι όποιες «απαιτήσεις των δανειστών», οι «αγορές», το «ευρώ», οι «δυσκολίες που μας περιμένουν» αλλά, «στο τέλος», «θα» νικήσουμε κοκ).

Η επαγρύπνηση που απαιτείται και η αντίσταση από τα κινήματα ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, οικογένειες, λειτουργούς, κοινωνικές/κινηματικές συλλογικότητες δεν αφορά μόνο το τώρα αλλά, εξίσου, και το μέλλον που έρχεται.

24/12/2014

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

ΤΟ ΒΙΑΙΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΩΝ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΩΝ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Για όποιον δεν ζει από τα μέσα την καθημερινή τραγωδία, τον «καθημερινό θάνατο» των υπαρχόντων υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην Ελλάδα, είναι, ίσως, δύσκολο να συλλάβει σε τι συνίσταται και πώς εκφράζεται αυτός ο θάνατος.
Ισως σε μερικούς ν΄ ακούγεται και ως μια μεγαλόστομη, καταγγελτικού τύπου δήλωση με σκοπό να τεθούν εμπόδια στο προωθούμενο κλείσιμο, μέσα στο 2015, των εναπομεινάντων ψυχιατρείων - σαν, απλώς, μια ιδρυματική άμυνα με σκοπό την υπεράσπιση στενά συνδικαλιστικών και συντεχνιακών συμφερόντων.
Αυτό που δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση είναι το γεγονός ότι αυτοί που προωθούν, με ταχείς ρυθμούς, το κλείσιμο των ψυχιατρείων, χρησιμοποιούν την ορολογία, και το συσχετίζουν με την ολοκλήρωση, της πάλαι ποτέ «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» - ένας όρος που, όπως έχει δείξει η διεθνής εμπειρία, είναι ικανός να στεγάζει «κουλτούρες, πρακτικές και συστήματα» με διαμετρικά αντίθετο περιεχόμενο, λειτουργία και κοινωνικό ρόλο.
Για το «κλείσιμο του ψυχιατρείου» παλεύαμε όλα αυτά τα χρόνια και εξακολουθούμε να παλεύουμε, ως ενός αντιθεραπευτικού, κατασταλτικού και βάρβαρου θεσμού - ένα κλείσιμο στη λογική της Αποιδρυματοποίησης. Όχι, δηλαδή, ως απλής κατάργησης, αλλά ως ξεπεράσματος του ψυχιατρείου, καθώς και του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος, στο οποίο αυτό βασίζεται, προς ένα ολοκληρωμένο και κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών, που εγκαθιδρύει ένα ριζικά εναλλακτικό τρόπο στη σύλληψη και κατανόηση του ψυχικού πόνου, καθώς και των απαντήσεων στην πολυπλοκότητα των αναγκών που αυτός εκφράζει. Με σεβασμό στην αξιοπρέπεια και στην υποκειμενικότητα του ψυχικά πάσχοντος και με αυτονόητη (στο βαθμό που μιλάμε, και πραγματικά το εννοούμε, για Αποιδρυματοποίηση, ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και στήριξη εντός του κοινωνικού ιστού) την έμπρακτη αναγνώριση του πλήρους φάσματος των δικαιωμάτων (ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών) και την πραγματική, υλική πρόσβαση σ΄ αυτά.
Αντίθετα, το «κλείσιμο» που επιχειρείται αυτή την στιγμή στην Ελλάδα είναι κάτι πολύ χειρότερο ακόμα και από αυτό που ο Franco Basaglia* χαρακτήριζε ως «εκμοντερνισμό μιας απαρχαιωμένης μορφής διαχείρισης» και ως «εξαγωγή στην κοινότητα της ίδιας λογικής»(1). Αποτελεί, αντί για αποδυνάμωση και αποδόμηση, την περαιτέρω ενδυνάμωση «των μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου και επιβολής κυρώσεων», καθώς και του «μηχανισμού κατανομής των χρηστών στην αντίστοιχη δόση κυρώσεων που κρίνει για τον καθένα ως κατάλληλη»(2).
Η νεοφιλελεύθερη πολιτική, όχημα της οποίας είναι η επιβολή των διαδοχικών μνημονίων και που στην Ψυχική Υγεία εκφράζεται, μεταξύ άλλων, με το επιχειρούμενο βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων, επιβάλει αυτή τη «μετρημένη, για την κάθε ιδιαίτερη περίπτωση, δόση κυρώσεων»(3) κλιμακωτά : από το επίπεδο της πλήρους θεραπευτικής και κοινωνικής εγκατάλειψης, σε αυτό της δημιουργίας, στη θέση του ψυχιατρείου και μέσα στο έρημο από τις όποιες υπηρεσίες τοπίο, δομών «υψίστης ασφαλείας» για τον εγκλεισμό αυτών που η κυρίαρχη Ψυχιατρική κρίνει ως «επικίνδυνους» για την κυρίαρχη Κοινωνική Τάξη, εξαιτίας της ψυχικής τους νόσου και του εξ΄ αυτής «ακαταλόγιστου» χαρακτήρα των πράξεών τους. Την ώρα που σε χώρες όπως η Ιταλία έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση ο θεσμός του «δικαστικού ψυχιατρείου», η Ελλάδα σχεδιάζεται σύντομα ν΄ αποκτήσει, για πρώτη φορά, δυο «δικαστικά ψυχιατρεία». Αλλωστε, η έμφαση στην «επικινδυνότητα» και στην δημιουργία αντίστοιχων «δομών ασφαλείας» είναι, σε όλη την Ευρώπη, στην κατεύθυνση αυτού που επιχειρείται στην Ελλάδα και όχι αυτού που ενεργητικά διεκδικείται στην Ιταλία.
Για να κατανοήσει κανείς την διαλυτική κρίση που αντιμετωπίζει το σύστημα της Ψυχικής Υγείας στη Ελλάδα, πρέπει να τη δει στο φως της 30χρονης διαδρομής της λεγόμενης «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», η οποία ξεκίνησε, το 1984, όχι γιατί υπήρξε ως όραμα κάποιου κοινωνικού κινήματος που πάλεψε γι΄ αυτήν, ούτε γιατί η ψυχιατρική κοινότητα την διεκδίκησε ποτέ ως θεμελιακό εργαλείο για την απεμπλοκή της από τις κατασταλτικές πρακτικές και τον κοινωνικό έλεγχο προς μια πραγματικά θεραπευτική και χειραφετητική κουλτούρα και πρακτική.
Ηταν το «σκάνδαλο της Λέρου», ως προϊόντος αυτής της κυρίαρχης ψυχιατρικής και του μετεμφυλιοπολεμικού κράτους στην Ελλάδα, που λειτούργησε σαν μια εξωτερική, διεθνής πίεση για το ξεκίνημα, το 1984, διαδικασιών μετασχηματισμού μέσω συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων.
Δεν υπήρξε, ωστόσο, ποτέ ένας σοβαρός και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός μιας πολιτικής ψυχικής υγείας στην κατεύθυνση του ξεπεράσματος του ψυχιατρείου (που θα συνεπαγόταν το ταυτόχρονο ξεπέρασμα του, συνδεδεμένου με αυτό, κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος) αλλά, ως επί το πλείστον, δράσεις και προγράμματα στην κατεύθυνση απλώς του εξωραϊσμού του.
Όπως τόνιζε με έμφαση ο Franco Basaglia, είναι αναγκαίο «να κοιτάξουμε πέρα από το άσυλο, στο ρόλο που έχει η ψυχιατρική στην ευρύτερη κοινωνία, καθώς οι ψυχιατρικές διαγνώσεις είναι ριζωμένες στην επικρατούσα ηθική τάξη που ορίζει το φυσιολογικό και το μη φυσιολογικό με τους δικούς της άκαμπτους όρους» (4). Η ίδια η ύπαρξη του ψυχιατρείου, πρόσθετε, ενσαρκώνει την κεντρική αντίφαση της ίδιας της ψυχιατρικής, αυτήν μεταξύ θεραπείας και φύλαξης, με την φύλαξη να πνίγει και να ακυρώνει την θεραπεία.
Ετσι, πλην εξαιρέσεων, που αποτέλεσαν απλώς νησίδες σε ένα ιδρυματικό σύστημα που αντιστεκόταν σθεναρά στον όποιο ριζικό μετασχηματισμό, το αποτέλεσμα ήταν ένας εκσυγχρονισμός του συστήματος, με τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα να κατευθύνονται σε ενέργειες που δεν οδηγούσαν σε ένα ριζικά εναλλακτικό σύστημα υπηρεσιών, αφού η κουλτούρα και η πρακτική που τα καθοδηγούσε, έμενε ανέπαφη, αλλά σε δράσεις και δομές που απλώς αναπαρήγαγαν το παραδοσιακό «κύκλωμα του ελέγχου» υπό μια νεο-ιδρυματική μορφή. Η εμμονή και η αγκύλωση στο κυρίαρχο ψυχιατρικό παράδειγμα μπορεί να οδηγήσει είτε, το πολύ, στον εξωραϊσμό του ασύλου, είτε σε λογικές και πρακτικές Απονοσοκομειοποίησης (αυτές που ζούμε σήμερα), που αποτελούν, απλώς, την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Από τον εγκλεισμό στην εγκατάλειψη.
Ο ριζικός, αν και ημιτελής, μετασχηματισμός στη Λέρο έγινε δυνατός μόνο με τη συνεργασία που υπήρξε (στην σύλληψη, στον σχεδιασμό και στην οργάνωση του μετασχηματισμού και με την πρακτική συμμετοχή για τη υλοποίησή του) με την ομάδα από τη Τεργέστη.
Αυτή η παρέμβαση για τον ριζικό μετασχηματισμό του ΚΘ Λέρου, στην κατεύθυνση
της Αποιδρυματοποίησης, ήταν σε πλήρη αντιδιαστολή με την άνωθεν οργανωμένη, εν είδει επιχειρηματικού συμβολαίου με το κράτος, βιαστική παρέμβαση στη Λέρο ομάδων των ΜΚΟ, δίμηνης διάρκειας, για επιλογή των «πιο λειτουργικών» εκ των «τροφίμων» και μεταφορά τους σε οικοτροφεία σε διάφορες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας. Αυτό το μοντέλο δράσης διατηρείται αναλλοίωτο μέχρι σήμερα, με τις ΜΚΟ, στις οποίες έχει ανατεθεί το 40 % της μεταστέγασης των ασθενών χρόνιας παραμονής των ψυχιατρείων, να αναπαράγουν μιαν επιχειρηματικού χαρακτήρα θεραπευτική πρακτική, μέσω σύντομων, ολιγόωρων επισκέψεων σε διάφορα τμήματα των ψυχιατρείων προς επιλογή των πιο «λειτουργικών» ασθενών και την «επιστροφή» τους πίσω, όταν η αρχική εκτίμηση για το λειτουργικό τους επίπεδο αποδειχθεί «ανακριβής», δηλαδή, όταν έρχονται αντιμέτωποι με μια πολυπλοκότητα την οποία δεν είναι σε θέση να υποδέχονται και να αντιμετωπίζουν.
Ο δομές των ΜΚΟ (αλλά και οι περισσότερες του δημόσιου τομέα) λειτουργούν στην λογική της προτεραιότητας των αυτο -επιβαλλόμενων κριτηρίων λειτουργίας τη δομής, στη βάση των οποίων πρέπει να γίνεται δεκτός ο «κατάλληλος ασθενής» και όχι στη βάση της ικανότητας της δομής ν΄ αναπτύσσει εξατομικευμένα θεραπευτικά προγράμματα προσαρμοσμένα στην ιδιαιτερότητα και στην πολυπλοκότητα των αναγκών του υποκειμένου.
Στη διάρκεια των 30 χρόνων, που συμπληρώθηκαν φέτος, της συγχρηματοδοτούμενης, με την ΕΕ, «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» στην Ελλάδα, αυτό που έγινε ήταν κυρίως μια μεταστέγαση (transinstitutionalization) των ασθενών χρόνιας παραμονής των ψυχιατρείων σε στεγαστικές μονάδες μέσα στην κοινότητα. Στις πολλές από αυτές τις μονάδες μεταφέρθηκαν ταυτόχρονα και οι κώδικες λειτουργίας του ψυχιατρείου (κλειδωμένες πόρτες, μηχανικές καθηλώσεις, απομονώσεις, κάμερες κοκ). Ελάχιστα ΚΨΥ υπάρχουν σε όλη τη χώρα, τα περισσότερα εκ των οποίων υπολειτουργούν (με ελάχιστο προσωπικό) και υπάρχουν μόνο κατ΄ όνομα, αλλά και όταν λειτουργούν, αυτή η λειτουργία είναι αυτο-αναφορική και στη λογική του εξωτερικού ιατρείου, προσανατολισμένη στα πιο «ελαφρά» περιστατικά, συχνά με αποκλειστικά πρωινό ωράριο λειτουργίας και δεν διασυνδέεται με κανένα τρόπο με άλλες υπηρεσίες.
Αλλωστε, παρά τα 30 χρόνια που πέρασαν «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», δεν έχει υπάρξει ούτε καν η Τομεοποίηση των υπηρεσιών, με αποτέλεσμα, όχι μόνο να μην υπάρχει υποστηρικτικό δίκτυο υπηρεσιών στον «τόπο κατοικίας», αλλά και όταν κάποιος χρειαστεί νοσηλεία, ιδιαίτερα μάλιστα επείγουσα, μπορεί κάθε φορά να βρεθεί σε άλλο νοσοκομείο, αυτό που θα τύχει να εφημερεύει την ημέρα που θα γίνει η εισαγωγή του. Στην επαρχία και στα νησιά υπάρχουν οι λεγόμενες Κινητές Μονάδες, που ανήκουν (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) σε ΜΚΟ, οι οποίες υποτίθεται ότι καλύπτουν, μέσα από επισκέψεις στα διάφορα χωριά και νησιά, μια ή δυο φορές το μήνα, κάποιες ανάγκες, αλλά και πάλι, σε λογικές, συνήθως, εξωτερικού ιατρείου, χωρίς, ως επί το πλείστον, ουσιαστική διασύνδεση με άλλες υπηρεσίες, ενώ συχνά, λόγω των χρόνιων προβλημάτων στη χρηματοδότησή τους, μπορεί να μένουν χωρίς προσωπικό και ν΄ αυξομειώνουν τις επισκέψεις ανάλογα με τη
συγκυρία.
Ετσι, δεν προκαλεί, πλέον, εντύπωση το γεγονός ότι, όπως 30 χρόνια πριν, έτσι και τώρα, το ποσοστό των εισαγωγών που είναι ακούσιες, παραμένει στο 55%. Από μόνος του αυτός ο δείκτης δείχνει ότι το παραδοσιακό «κύκλωμα του ελέγχου» λειτουργεί αναλλοίωτο.
Η κατάσταση στις μονάδες νοσηλείας, στα τμήματα εισαγωγών, τόσο στα ψυχιατρεία, όσο και στα γενικά νοσοκομεία, είναι απερίγραπτη. Καθημερινά, στην συντριπτική πλειονότητα των μονάδων αυτών, εκτός από τις κανονικές κλίνες (20-27), προστίθενται και πέντε, δέκα, έως και τριάντα, ενίοτε, ‘πρόσθετες κλίνες’ (ράντζα) για να καλύψουν τις ανάγκες των εισαγωγών. Οι διάδρομοι, οι τραπεζαρίες, τα καθιστικά γεμίζουν ράντζα.
Σε έναν πρόχειρο υπολογισμό που έχουμε κάνει, παίρνοντας ως σημείο αναφοράς την Τεργέστη, η οποία έχει, πλέον, 32 κλίνες (στα ΚΨΥ και στο Diagnosi e Cura) για έναν πληθυσμό 240.000 κατοίκων, υπολογίσαμε ότι στην Ελλάδα, με βάση την πληθυσμιακή αναλογία, θα χρειάζονταν περί τις 1500 κλίνες, αν όλη η Ελλάδα ήταν Τεργέστη, αν είχε, δηλαδή, ένα ανάλογα ανεπτυγμένο, κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών. Οι κλίνες ψυχιατρικής νοσηλείας (τμήματα εισαγωγών) στην Ελλάδα, η οποία ούτε κατ΄ ελάχιστον διαθέτει το ολοκληρωμένο κοινοτικό σύστημα υπηρεσιών της Τεργέστης, είναι, αυτή τη στιγμή, πολύ λιγότερες.
Η αναγωγή της Αποϊδρυματοποίησης σε μεταστέγαση, στη οποία αναφερθήκαμε προηγούμενα, ισοδυναμούσε με την μεταφορά κλινών από μέσα - έξω, στη λογική της αναπαραγωγής ενός συστήματος αρθρωμένου γύρω από την προσφορά υπηρεσιών στη βάση της κλίνης (νοσηλείας ή στέγασης). Ωστόσο, ακόμα κι΄ έτσι, οι κλίνες στο δημόσιο σύστημα ψυχικής υγείας και συγκεκριμένα στις μονάδες νοσηλείας (τμήματα εισαγωγών) παραμένουν ανεπαρκείς σε αριθμό.
Πέρα από την πίεση στο επίπεδο του συνολικού αριθμού των διαθέσιμων κλινών, οι κλινικές στα γενικά νοσοκομεία όχι μόνο δεν λειτούργησαν, έστω κατ΄ ελάχιστον, διαφορετικά από τις κλινικές των ψυχιατρείων, αλλά αναπαρήγαγαν τις πιο κατασταλτικές πτυχές τους, μεταφέροντας αυτούσιους όλους τους κώδικες λειτουργίας του ολοπαγούς ιδρύματος, την κλειδωμένη πόρτα, τις μηχανικές καθηλώσεις, τον μονόδρομο του ψυχοφάρμακου, την ελλιπέστατη μετανοσοκομειακή φροντίδα και στήριξη. Στο βαθμό που υπάρχει, αυτή η μετανοσοκομειακή φροντίδα ανάγεται, ως επί το πλείστον, στις κατά, άλλοτε άλλα, διαστήματα επισκέψεις στο εξωτερικό ιατρείο - μια παρακολούθηση αρθρωμένη κυρίως γύρω από την συνταγογράφηση.
Γι΄ αυτή τη λειτουργία των ψυχιατρικών κλινικών στα γενικά νοσοκομεία ισχύει πλήρως αυτό που τόνιζε ο Basaglia για τη σχέση «της υπέρβασης του ιατρικού μοντέλου και του παραδοσιακού ρόλου του ασθενή» με την «κατάργηση του ψυχιατρείου» : «Η ’ψυχική αρρώστια’, όπως την ξέρουμε, ειδώθηκε όχι σαν αυτό που το ψυχιατρείο θεραπεύει, αλλά σαν αυτό που δημιουργεί : από αυτή την πηγή προέρχονται και οι κατηγορίες της διαταραχής και η θεμελιακή σημασία της ψυχικής αρρώστιας σαν κάτι που απομονώνεται και περιορίζεται. Το κοινωνικό γεγονός του εγκλεισμού, που το ψυχιατρείο υποθάλπει, δημιουργεί ένα ‘σπέρμα’ ή μια ‘μόλυνση’ που μεταφέρεται σε όλη τη γραμμή, μέχρι την ιδιωτική κλινική, το ιατρείο… : όσο υπάρχει ακόμα ο χώρος-ακόμα και αν σπάνια στέλνεται κανείς εκεί-ακόμα και η πιο ήπια μορφή θεραπείας πρέπει να κρύβει την απειλή της έσχατης κύρωσης - τον εγκλεισμό στο νοσοκομείο. Αντίστροφα, η κατάργηση του χώρου σημαίνει αλλαγή της σημασίας της άσκησης της ψυχιατρικής σ΄ όλο το φάσμα των υπηρεσιών, ακόμα και στην κατανόηση των πολιτών»(υπογρ. δική μας)(5). Στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων που λειτουργούν στην Ελλάδα (αν και όχι μόνο σ΄ αυτήν), η μεταφορά της θεραπευτικής δραστηριότητας από το ψυχιατρείο εκεί, δεν συνοδεύτηκε από καμιά «αλλαγή της σημασίας της άσκησης της ψυχιατρικής». Απλώς το άσυλο, με ό, τι αυτό σημαίνει για την αντιμετώπιση του ψυχικά πάσχοντα, μετατοπίστηκε από μέσα, έξω.
Μέσα σ΄ αυτό το κατακερματισμένο, νεο-ιδρυματικό τοπίο ασύνδετων μεταξύ τους και αυτο-αναφορικών υπηρεσιών, προϊόν της έλλειψης ενός εθνικού σχεδιασμού, από τη μια, και της στενής προσήλωσης της συντριπτικής πλειονότητας των ψυχιάτρων στο κυρίαρχο ψυχιατρικό παράδειγμα, από την άλλη, έγινε δυνατή, εδώ και δέκα χρόνια, από την θεραπευτικής μας ομάδα στο ΨΝΑ, η δημιουργία ενός τμήματος εισαγωγών (9ο ΨΤΕ), με ανοικτές πόρτες και με αποφυγή των μηχανικών καθηλώσεων - μέχρι της, σχεδόν, πλήρους εξάλειψής τους αυτό το χρόνο. Η περίπου κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων έγινε δυνατή σ΄ ένα τμήμα που έχει 27 κλίνες και συχνά από ένα έως τρία, ή ακόμα και οκτώ ράντζα, με μόλις 14 νοσηλευτές για όλες τις βάρδιες, με όλο και λιγότερους γιατρούς και χωρίς δεδομένη τη συμφωνία μεταξύ όλων των γιατρών του τμήματος για την αποφυγή των μηχανικών καθηλώσεων και για μια εναλλακτική, πέρα από το κυρίαρχο ψυχιατρικό παράδειγμα, προσέγγιση στην ψυχικά πάσχοντα.
Εδώ και 8 χρόνια λειτουργεί το ΚΨΥ Αγ. Αναργύρων, διασυνδεδεμένο με το 9ο ΨΤΕ και σε τομεοποιημένη βάση, πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή), 8 πμ έως 8 μμ. Ο πληθυσμός του τομέα ευθύνης είναι υψηλός (περί τους 150.000 κατοίκους) ενώ τα περιστατικά που νοσηλεύονται στο 9ο ΨΤΕ και εν συνεχεία παρακολουθούνται από το ΚΨΥ προέρχονται από μια πολύ ευρύτερη περιοχή. Πέρσι (2013) έγιναν πάνω 10.000 επισκέψεις στο ΚΨΥ και περί τις 2500 επισκέψεις κατ΄ οίκον και σε άλλους χώρους, προς συνάντηση με το άτομο του οποίου είχε αναληφθεί η φροντίδα. Λειτουργούν, επίσης καθημερινά, Κέντρο Ημέρα και Κοινωνική Λέσχη, όπου λαμβάνουν χώρα ποικίλες δραστηριότητες. Μεταξύ πολλών άλλων, λειτουργεί και «ομάδα αυτοεκπροσώπησης» των χρηστών.
Η διασυνδεδεμένη αυτή λειτουργία του ΚΨΥ συνετέλεσε αποφασιστικά στον προαναφερθέντα περίπου μηδενισμό των μηχανικών καθηλώσεων και των όποιων κατασταλτικών μέτρων, αλλά και στην μείωση των ακούσιων νοσηλειών σε ποσοστά κάτω από 24% (σε σύγκριση με το 55% του εθνικού μέσου όρου).
Μιλάμε για την τομεοποιημένη λειτουργία και την διασύνδεση των μονάδων (ΚΨΥ/ μονάδα νοσηλείας) στην Ελλάδα (για πράγματα, δηλαδή, που αλλού είναι αυτονόητα) ως κάτι το ιδιαίτερο, ως μια εξαίρεση στο κανόνα. Εν προκειμένω, είναι το μόνο ΚΨΥ στην περιοχή της Αθήνας (και από τα ελάχιστα σε όλη τη χώρα) που λειτουργεί, αφενός, σε διασυνδεδεμένη βάση με την μονάδα νοσηλείας και, αφετέρου, από κοινού με αυτήν, στα πλαίσια ενός τομέα ευθύνης, υποδεχόμενο αιτήματα και οργανώνοντας απαντήσεις στο πλήρες φάσμα των αναγκών ψυχικής υγείας του εν λόγω τομέα.
Αν και η μέχρι τώρα λειτουργία του ΚΨΥ, παρόλο που δεν κατάφερε να αναπτύξει το πλήρες φάσμα των δυνατοτήτων και των στόχων του, έδειξε ότι «αυτό που φαντάζει ως αδύνατο είναι δυνατό», είναι, ωστόσο, πολύ πιθανόν ότι η τύχη του δεν θα μπορέσει να είναι διαφορετική από αυτή του συνόλου των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, από τη στιγμή που ξέσπασε η οικονομική κρίση. Μεταξύ πολλών άλλων, σημαντικό ρόλο, σε αρνητική κατεύθυνση, πιθανόν να έχει το γεγονός ότι μια θεωρούμενη ως «πιλοτική» λειτουργία, μια «νησίδα» διαφορετικής πρακτικής, δεν μπορεί να λειτουργεί επ΄ άπειρον ως τέτοια, διατηρώντας τις συστατικές της δημιουργίας της αρχές λειτουργίας, αν δεν υπάρξει επέκταση και διάχυση αυτού του τρόπου λειτουργίας στο όλο σύστημα των υπηρεσιών. Διαφορετικά, ο κυρίαρχος τρόπος λειτουργίας του συνολικού συστήματος, στο βαθμό που η διαφορετική αυτή πρακτική μένει για πολύν καιρό απομονωμένη, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια περίοδο «αντιμεταρρύθμισης», δεν μπορεί παρά να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην δική της λειτουργία και στην ίδια την ύπαρξή της.
Ηδη τα προβλήματα στο σύστημα ψυχικής υγείας είχαν διαφανεί καθώς ολοκληρωνόταν η τελική φάση των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, το λεγόμενο «Ψυχαργώς». Από τη μια, αυτό που είχε δημιουργηθεί μέσα από την εγκαθίδρυση πληθώρας νέων μονάδων, κυρίως στεγαστικού χαρακτήρα, ήταν μια εξωραϊσμένη μορφή του παραδοσιακού «κυκλώματος του ελέγχου», το οποίο στην ουσία του, όπως προαναφέρθηκε, έμεινε αναλλοίωτο, ενώ από την άλλη, ανέκυψε σοβαρό πρόβλημα χρηματοδότησης του νεο-ιδρυματικού αυτού συστήματος, καθώς το ελληνικό κράτος είχε στηριχτεί αποκλειστικά σε κοινοτικά προγράμματα για την υποτιθέμενη «μεταρρύθμιση» και, όταν αυτά ολοκληρώνονταν, δεν διέθετε τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους για την συνέχιση της λειτουργίας των μονάδων που είχαν δημιουργηθεί. Κατασπαταλήθηκαν δισεκατομμύρια ευρώ όλα αυτά τα χρόνια γι΄ αυτό το δυσλειτουργικό, νεο-ιδρυματικό μόρφωμα (μέρος των οποίων δεν πήγε καν στη δημιουργία των όποιων, έστω νεο-ιδρυματικού χαρακτήρα, υπηρεσιών, αλλά κατευθύνθηκε σε διαύλους διαφθοράς και ιδιοτελούς αφαίμαξης, κυρίως στον ιδιωτικό μη κερδοσκοπικό τομέα, αλλά, σ΄ ένα βαθμό, και στο δημόσιο).
Η κρίση χρηματοδότησης πήρε την πιο εμφανή μορφή της στις ΜΚΟ που, όντας κρατικοδίαιτες, εξαρτώνταν πλήρως από την κρατική χρηματοδότηση για να συνεχίσουν την λειτουργία των μονάδων τους. Από το 2008 μέχρι και πρόσφατα έμεναν τακτικά και για πολλούς μήνες κάθε φορά, χωρίς την όποια χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα το προσωπικό να παραμένει για πολλούς μήνες απλήρωτο και, στη διάρκεια του χρόνου, να μειωθεί δραστικά, ενώ η φροντίδα των ενοίκων υποβαθμίστηκε.
Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, με κύρια μορφή στην Ελλάδα, από το 2010, αυτήν του μη διαχειρίσιμου χρέους (αυτή τη στιγμή στο 175% του ΑΕΠ) και η επιβολή των διαδοχικών μνημονίων, που κατέστρεψαν τις ζωές εκατομμυρίων (μαζική ανεργία, μαζική φτωχοποίηση, ραγδαία αύξηση των αστέγων, κατάρρευση των συστημάτων Υγείας, Παιδείας και Πρόνοιας), συνέπεσε με την εκπνοή των προθεσμιών ενός, από το 2000, «συμβολαίου», που είχε συναφθεί με την ΕΕ, για το κλείσιμο των ψυχιατρείων, των πέντε μικρότερων μέχρι το 2006 και των τριών μεγαλύτερων μέχρι το 2015, ως προϊόντος της «μεταρρύθμισης» για την οποία η ΕΕ χρηματοδότησε τη Ελλάδα.
Για το ψυχιατρείο της Λέρου δεν μιλάει κανείς, καθώς, μετά την απότομη διακοπή, το 1995, του μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος, το αφήνουν να αργοσβήνει και να μαραζώνει σε συνθήκες ολοσχερούς εγκατάλειψης, με 250 περίπου ασθενείς να έχουν απομείνει, ως επί το πλείστον υπέργηρους, ενώ κάποια τμήματα, όπως το πρώην ΠΙΚΠΑ (των ατόμων με βαριά νοητική υστέρηση, αναπτυξιακές διαταραχές κλπ) μοιάζει πολύ με αυτό που ήταν η Λέρος πριν την παρέμβαση το 1990.
Τα πέντε μικρότερα ψυχιατρεία (με 200-300 ασθενείς το καθένα) έκλεισαν πράγματι μέχρι το 2006, ή λίγο αργότερα, αν και ένα από αυτά, της Τρίπολης, απλώς δηλώθηκε ότι «έκλεισε», παρόλο που εξακολουθεί να έχει ακόμα πάνω από 100 ασθενείς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το κλείσιμο δεν συνοδεύτηκε από την δημιουργία ολοκληρωμένου δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών, εναλλακτικών στον εγκλεισμό και στο ψυχιατρείο. Καθώς δεν είχε ξεσπάσει ακόμα η κρίση, το μέγεθος των ψυχιατρείων, κατά περίπτωση, ήταν σχετικά μικρό, ενώ, ταυτόχρονα, δεν ετίθετο ζήτημα απώλειας των θέσεων εργασίας (καθώς αυτές διασφαλίστηκαν, είτε με την μεταφορά των ψυχιατρικών κλινικών στα γενικά νοσοκομεία, είτε σε στεγαστικές δομές και σε ΚΨΥ), το κλείσιμο έγινε σχετικά «αθόρυβα», στο βαθμό που, το κενό που άφησαν, καλύφθηκε, αφενός, από την αύξηση των κλινών (και την δημιουργία νέων) ιδιωτικών κλινικών και, γενικότερα, ιδιωτικών μονάδων για φιλοξενία ατόμων με πολύπλοκα προβλήματα και αφετέρου, σε ένα βαθμό, από ψυχιατρεία από άλλες περιοχές. Οι όποιες κοινοτικές υπηρεσίες υπήρξαν, ήταν και παραμένουν εξαιρετικά αδύναμες, με μόνη εξαίρεση, πιθανώς, τις υπηρεσίες στο νομό Χανίων, όπου δημιουργήθηκε ένα δίκτυο υπηρεσιών εναλλακτικών στο ψυχιατρείο.
Το ζήτημα τίθεται με ριζικά διαφορετικό τρόπο μέσα από το επιχειρούμενο, τώρα, βιαστικό κλείσιμο των τριών εναπομεινάντων ψυχιατρείων - των οποίων, πρέπει να σημειωθεί, στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου, μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των νοσηλευομένων χρόνιας παραμονής μέσω της μεταστέγασης που προαναφέρθηκε.
Ηδη από το 2011 ξεκίνησαν οι σχεδιασμοί για το οριστικό κλείσιμο των τριών εναπομεινάντων, μεγαλύτερων ψυχιατρείων, οι οποίοι προέβλεπαν τρία βήματα στην όλη διαδικασία : 1ον, την μεταστέγαση των ασθενών χρόνιας παραμονής που είχαν απομείνει (περίπου 400 και στα τρία ψυχιατρεία) σε οικοτροφεία, ή σε άλλα ιδρύματα για άτομα με ποικίλες αναπηρίες (νοητική υστέρηση κλπ), πάντα στη λογική της μεταστέγασης. 2ον, την μεταφορά των (20 συνολικά) ψυχιατρικών κλινικών των ψυχιατρείων σε γενικά νοσοκομεία. 3ον, την ίδρυση, στη θέση των ψυχιατρείων που θα έκλειναν, δυο «δικαστικών ψυχιατρείων», ενός στην Αθήνα και ενός στη Θεσσαλονίκη. Η τομεοποίηση και η ίδρυση ΚΨΥ αναφέρθηκαν ως ευχολόγια στα διάφορα σχέδια χωρίς καμιά πραγματική πρόθεση να γίνουν. Τα τρία ψυχιατρεία θα έπρεπε, βάσει των σχεδίων και των συμφωνιών με την ΕΕ, να κλείσουν οριστικά μέχρι τον Ιούνιο του 2015.
Την ίδια, ωστόσο, περίοδο, οι στεγαστικές δομές των ΜΚΟ είχαν φτάσει στα όρια της μη περαιτέρω δυνατότητας επιβίωσης, με άμεσο τον κίνδυνο κλεισίματος : μερικές έκλεισαν και συγχωνεύτηκαν, άλλες άλλαξαν ιδιοκτήτες, ενώ το προσωπικό δεν είχε και πάλι πληρωθεί για μήνες. Κάποιοι από τους ενοίκους μεταφέρθηκαν, μετά από δεκαετίες φιλοξενίας, πίσω στο ψυχιατρείο - μια κίνηση συμβολική του αδιεξόδου του συστήματος και της τρέχουσας πολιτικής : από τη μια να επιδιώκει το βιαστικό κλείσιμο των ψυχιατρείων και, από την άλλη, να μην έχει άλλες απαντήσεις στην κρίση των εξωνοσοκομειακών στεγαστικών δομών των ΜΚΟ παρά την επιστροφή των φιλοξενουμένων τους στο (υπό κλείσιμο) ψυχιατρείο.
Τότε παρενέβη η ΕΕ, η οποία δέχτηκε να χρηματοδοτήσει, με 105 εκ. ευρώ, για τρία χρόνια (2013-15), την συνέχιση της λειτουργίας των μονάδων των ΜΚΟ, έτσι ώστε να μπορούν να δεχτούν τους ασθενείς χρόνιας παραμονής των υπό κλείσιμο ψυχιατρείων ενώ, για μετά το τέλος αυτής της τριετίας, δεν υπάρχει καμιά πρόβλεψη για τη συνέχιση της χρηματοδότησής τους και η προοπτική που ανοίγεται (και η οποία έχει ήδη περιληφθεί στους σχεδιασμούς, καθώς και σε σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις που έχουν γίνει), είναι να ιδιωτικοποιηθούν πλήρως, παρακρατώντας, αφενός, τις συντάξεις των φιλοξενουμένων και, αφετέρου, να επιβάλουν την πληρωμή από τις οικογένειες προκειμένου να γίνεται δυνατή η φιλοξενία σε στεγαστική δομή. Ηταν η πρώτη και μοναδική φορά που το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο επαναχρηματοδοτούσε ένα έργο: και αυτό έγινε με
αποκλειστικό σκοπό την διευκόλυνση του γρήγορου κλεισίματος των ψυχιατρείων.
Ο χρόνος κυλούσε, τα χρονικά περιθώρια στένευαν, οι Διοικήσεις και οι διαδοχικές κυβερνήσεις κάθε χρόνο εξήγγειλαν εκ νέου το επικείμενο κλείσιμο των ψυχιατρείων, χωρίς, ωστόσο (πέρα από την μεταστέγαση κάποιων εκ των χρόνιων ασθενών), να έχουν καταφέρει να προχωρήσουν στο παραμικρό τα σχέδιά τους. Τώρα, υπολείπονται έξη μήνες για τη εκπνοή των προθεσμιών και καμιά κλινική δεν έχει μετακινηθεί. Την ίδια περίοδο, τα ψυχιατρεία έχουν αδειάσει από προσωπικό, κυρίως ιατρικό και νοσηλευτικό, καθώς, εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων του μνημονίου, δεν γίνονται προσλήψεις εδώ και τέσσερα χρόνια, έτσι ώστε, όσοι φεύγουν σε σύνταξη (και είναι όλο και περισσότεροι), δεν αντικαθίστανται. Τα ψυχιατρικά τμήματα και οι στεγαστικές δομές του ψυχιατρείου είναι στα όρια της πλήρους αδυναμίας λειτουργίας. Οι χώροι που βρέθηκαν για την μεταστέγαση των κλινικών στα γενικά νοσοκομεία είναι ανεπαρκείς και αρχιτεκτονικά και από άποψη μεγέθους, έτσι ώστε, οι κλίνες που τελικά θα μεταφερθούν, θα είναι πολύ λιγότερες από τις υπάρχουσες, παροξύνοντας έτσι το ήδη υπάρχον πρόβλημα, που προαναφέρθηκε, της μεγάλης έλλειψης κλινών ψυχιατρικής νοσηλείας, πέραν και ανεξαρτήτως της ανάπτυξης ενός συστήματος εναλλακτικών κοινοτικών υπηρεσιών.
Ο τρόπος που προωθείται το κλείσιμο των ψυχιατρείων είναι στη λογική της Απονοσοκομειοποίησης (στην παράδοση του νεοφιλελευθερισμού του Ρήγκαν και της Θάτσερ), σε αντιδιαστολή με αυτό που εννοούμε ως Αποιδρυματοποίηση. Δεν θ΄ αναφερθούμε στο τι συνιστά αυτό που αποκαλούμε Αποιδρυματοποίηση, στους ορισμούς, στις διαδικασίες και στα περιεχόμενά της, που όλοι γνωρίζουμε και τα οποία περιέχονται στην «Διακήρυξη της Τεργέστης» του 2011. Θα ανατρέξουμε και πάλι στο «Κύκλωμα του Ελέγχου» του Franco Basaglia : « Ας δούμε σύντομα, λέει, τι συγκεκριμένα σήμαινε αυτό το μακρόπνοο πρόγραμμα (‘της επινόησης νέων δεσμών ανάμεσα στους ασθενείς και την κοινωνία - ευκαιριών για εργασία, στέγαση, οικονομική υποστήριξη...επανένταξη στην κοινότητα’, ενώ, ‘καθώς οι τρόφιμοι έβγαιναν, το παλιό σύστημα διεύθυνσης που προηγούμενα διοικούσε τις ζωές τους, αντικαταστάθηκε από ένα δίκτυο κέντρων στην πόλη’). Οι μετασχηματισμοί που περιγράφουμε, δεν πραγματοποιήθηκαν, φυσικά, μέσα σε μια νύχτα, αλλά σε μια περίοδο επτά χρόνων: οι ασθενείς εξέρχονται βαθμιαία και στο μεταξύ δραστικές αλλαγές γίνονταν στον τρόπο που διευθυνόταν το νοσοκομείο. Το πρώτο βήμα ήταν να αποβάλλουμε τις συνθήκες στρατωνισμού και φυσικής καταπίεσης… οι ασθενείς μετακινούνταν στο νοσοκομείο μόνο σε επιβλεπόμενες ομάδες, συνοδεία ενός επεξεργασμένου τελετουργικού κλειδώματος-ξεκλειδώματος των θυρών. Δεν τους εμπιστεύονταν μεταλλικά μαχαίρια και πιρούνια... αυτοί που προκαλούσαν φασαρία έπρεπε να απομονωθούν σε κελιά ή να δεθούν με λουριά πάνω στο κρεβάτι τους. Ολοι αυτοί οι περιορισμοί καταργήθηκαν….»(6).
Αυτό που επιχειρείται να γίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα είναι η μεταφορά θραυσμάτων του ολοπαγούς ιδρύματος στα διάφορα γενικά νοσοκομεία, με όλο το πλέγμα των κατασταλτικών και εξουσιαστικών σχέσεων του ασύλου, με αυταρχικού τύπου διαδικασίες «από τα πάνω», χωρίς καμιά συμμετοχή των «από κάτω», χωρίς οι «από κάτω» (ιδιαίτερα οι ψυχίατροι) να έχουν ποτέ επιθυμήσει και εμπλακεί στην όποια διαδικασία μετασχηματισμού και μετάβασης ‘πέρα από’ το άσυλο, χωρίς ούτε καν την προσχηματική ίδρυση και λειτουργία κοινοτικών υπηρεσιών. Οπως προαναφέρθηκε, οι ήδη λειτουργούσες ψυχιατρικές κλινικές στα γενικά
νοσοκομεία αποτελούν πιστά αντίγραφα του ψυχιατρείου, πολλές φορές σε ακόμα χειρότερη μορφή.
Οι αναπόφευκτες αντιστάσεις «από τα κάτω» ενάντια στο κλείσιμο, παίρνουν τη μορφή όχι της αντίθεσης σ΄ αυτού του είδους το κλείσιμο (ως διάλυση, ως απλή κατάργηση), αλλά (με συμπεριλαμβανόμενη την πλειονότητα της «αριστεράς») της υπεράσπισης του ασύλου, του ολοπαγούς ιδρύματος, ως εγγύησης των θέσεων εργασίας, αλλά και ως περαιτέρω επιβεβαίωση της προσήλωσης στην κοινωνική ανάθεση για μια λειτουργία κοινωνικού ελέγχου.
Προτείναμε, ως απάντηση στο βίαιο κλείσιμο, την άμεση λήψη μέτρων στην κατεύθυνση τη Αποιδρυματοποίησης, με πρώτα βήματα την εφαρμογή της Τομεοποίησης και την ίδρυση Κέντρων Ψυχικής Υγείας. Προτείναμε, στη λογική που ιδρύθηκε το ΚΨΥ Αγ. Αναργύρων, την άμεση εφαρμογή της Τομεοποίησης ως μιας αφετηρίας προς το κλείσιμο του ψυχιατρείου. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει, αν όχι όπως λέει ο Basaglia στο ‘Κύκλωμα του Ελέγχου’:
«Παράλληλα προς το καθήκον της απεξάρθρωσης της δομής του ιδρυματικού εγκλεισμού, ήταν το χτίσιμο νέων μορφών ψυχιατρικών υπηρεσιών μέσα στην κοινότητα. Από το 1972 και πέρα, το νοσοκομείο διαιρέθηκε σε πέντε τομείς που καθένας τους αντιστοιχούσε σε έναν τομέα της έξω κοινότητας...Το προσωπικό του νοσοκομείου οργανώθηκε σε πέντε ομάδες, που κάθε μια ήταν υπεύθυνη για δραστηριότητες μέσα σ΄ ένα τομέα του νοσοκομείου και τη ζώνη που αντιστοιχούσε σ΄ αυτόν.. Δραστηριότητες μεταφέρονταν, όλο και περισσότερο, στα Κέντρα Ψυχικής Υγείας, που εγκαθιδρύθηκαν μέσα σε κάθε ζώνη. Μερικούς ασθενείς τους επισκέπτονταν το προσωπικό αυτών των Κέντρων, αλλά οι διπλάσιοι περίπου προσέρχονταν οι ίδιοι στα Κέντρα για βοήθεια»(7).
Πώς αλλιώς αν όχι ακριβώς έτσι πρέπει να εννοήσει κανείς το μετασχηματισμό και το κλείσιμο του ψυχιατρείου; Μια αντίστοιχη και πλήρως επεξεργασμένη πρόταση έχουμε κάνει προς όλους, και προς στο Υπουργείο, στη βάση αυτής της λογικής, αλλά κανένα ενδιαφέρον δεν υπήρξε.
Η διεκδίκηση, ωστόσο, μιας διαδικασίας σ΄ αυτή την κατεύθυνση είναι αυτή που, πέρα από τον μετασχηματισμό του συστήματος Ψυχικής Υγείας, μπορεί να εγγυηθεί και την διατήρηση των θέσεων εργασίας, ενάντια στη προϊούσα μείωση του προσωπικού και την προετοιμαζόμενη απόλυση των εργαζομένων κάποιων ειδικοτήτων.
Το επιχειρούμενο βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων στην Ελλάδα ισοδυναμεί με μιαν ανθρωπιστική καταστροφή, μια καταστροφή που δεν περιμένει απλώς το κλείσιμο για να επιτελεσθεί. Επιτελείται καθημερινά με την προϊούσα απεξάρθρωση και διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών. Με το γεγονός ότι ένας στους τρεις, αυτή τη στιγμή, είναι ανασφάλιστος και δεν μπορεί να προμηθευτεί ούτε τα φάρμακα που έχει ανάγκη. Οτι ακόμα και πολλοί από τους ασφαλισμένους δεν μπορούν να πάρουν τα φάρμακά τους γιατί δεν έχουν να πληρώσουν την υποχρεωτική συμμετοχή τους στην τιμή του φαρμάκου. Επιτελείται με το γεγονός ότι συντάξεις και επιδόματα περικόπτονται. Αργούν πολλούς μήνες, μέχρι και πάνω από χρόνο, για να εγκριθούν, με αποτέλεσμα οι δικαιούχοι, αν τελικά τους εγκριθεί το επίδομα, να μένουν πολύ χρόνο χωρίς το παραμικρό εισόδημα. Μιλάμε για την ολοκληρωτική κατάρρευση του όποιου υποτυπώδους Κράτους Πρόνοιας υπήρχε ποτέ στη Ελλάδα. Στον αλματωδώς αυξανόμενο αριθμό των αστέγων που κατακλύζουν τους δρόμους της Αθήνας και όλων των πόλεων, ένα μεγάλο ποσοστό είναι ψυχικά πάσχοντες που δεν λαμβάνουν καμιά βοήθεια, δεν έχουν καμιά πρόσβαση σε υπηρεσίες και συχνά (όπως και οι μετανάστες), αν ζητήσουν βοήθεια, αποπέμπονται – με ενίοτε τραγικά αποτελέσματα.
Και απέναντι στην καταστροφική κατεδάφιση των πάντων, το μόνο «θετικό» (με την έννοια που έχει στην κατά Φουκώ βιο-πολιτική), το μόνο που θα οικοδομηθεί, είναι το «δικαστικό ψυχιατρείο», το σύμβολο της «επικινδυνότητας» του ψυχικά πάσχοντος, στη λογική της οικοδόμησης φυλακών «υψίστης ασφαλείας» για την αντιμετώπιση και τον εγκλεισμό αυτού που κατασκευάζεται ως «κοινωνική επικινδυνότητα».
Πρέπει να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι, εδώ και περίπου τριάντα χρόνια, ένα «ειδικό τμήμα» για ασθενείς που έχουν διαπράξει αδίκημα και, λόγω της ψυχικής τους πάθησης, έχουν κριθεί «ακαταλόγιστοι» (άρθρο 69 ΠΚ), υπάρχει μόνο στο ψυχιατρείο Θεσσαλονίκης (με περίπου 60 κρατούμενους/ νοσηλευόμενους), ενώ το αντίστοιχο στην Αθήνα (στο ΨΝΑ) είχε καταργηθεί (λόγω υπερβάλλουσας καταστολής και αθλιότητας) από τη δεκαετία του 80. Εκτοτε, οι ασθενείς αυτοί νοσηλεύονται στα τμήματα εισαγωγών του ψυχιατρείου (τόσο στο ΨΝΑ, όσο και στο Δρομοκαίτειο) μαζί με όλους τους άλλους ασθενείς. Μάλιστα, 20 (εκ των συνολικά 90, στο ΨΝΑ, ασθενών του άρθρου 69 ΠΚ) διαμένουν σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές του ΨΝΑ (χωρίς να έχει αρθεί ο εγκλεισμός τους), ενώ, σ΄ ένα τμήμα (στο 9ο ΨΤΕ ) νοσηλεύονται (ή «κρατούνται») υπό συνθήκες «ανοικτής πόρτας». Όλα αυτά, άτυπα, χωρίς να υπάρχει ένας νόμος που να τα επιτρέπει, ή σαφώς να τα απαγορεύει. Μια κατάσταση μετέωρη, που ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε ως ένα μεταβατικό στάδιο στην κατεύθυνση της συγκρότησης εξατομικευμένων προγραμμάτων για τα άτομα αυτά, ενώ δεν τέθηκε ποτέ, μ΄ έναν ουσιαστικό τρόπο η ανάγκη αλλαγής της άκρως αμφιλεγόμενης (αυτοαναιρούμενης και με βαθιά αντιδραστική λογική) ισχύουσας σχετικής νομοθεσίας.
Τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, προετοιμάζεται η επιστροφή στην προ 30 χρόνων κατάσταση : στο περίκλειστο, κλειδωμένο, με κάγκελα και συρματοπλέγματα ψυχιατρείο/φυλακή, όπου θα συνωστίζονται όλοι οι έχοντες διαπράξει αδίκημα και κριθεί «ακαταλόγιστοι», ανεξαρτήτως της ιστορίας, της ιδιαιτερότητας και των αναγκών του καθενός - κάτι που θα σερβιριστεί ως η δέουσα αντιμετώπιση των «επικίνδυνων» για την ασφάλεια της κοινωνίας ατόμων.
Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, που έχει υπογράψει το σχετικό σύμφωνο για το κλείσιμο των ψυχιατρείων μέχρι το 2015 και πιέζει έντονα προς αυτή την κατεύθυνση, γνωρίζει πολύ καλά, όπως γνώριζε όλα τα προηγούμενα χρόνια, ότι οι εναλλακτικές δομές που θα αντικαθιστούσαν τα ψυχιατρεία δεν έγιναν ποτέ… δεν υπάρχουν. Ωστόσο, αν και εν γνώσει της ανθρωπιστικής καταστροφής που επιτελείται, επιμένει για το κλείσιμο - προφανώς γιατί ο λόγος που προωθούν αυτό το είδος του κλεισίματος δεν είναι η «αγάπη» τους για την «ψυχιατρική μεταρρύθμιση», αλλά η νεοφιλελεύθερη προσαρμογή της οικονομίας, βασικός κανόνας της οποίας είναι, σύμφωνα με τον Φουκώ, ότι «δεν θα ζητηθεί από ολόκληρη την κοινωνία να διασφαλίσει τα άτομα απέναντι στους κινδύνους, είτε είναι ατομικοί κίνδυνοι, τύπου ασθένειας ή ατυχήματος, είτε συλλογικοί κίνδυνοι, όπως για παράδειγμα, καταστροφές – δεν θα ζητηθεί από την κοινωνία να εγγυηθεί για τα άτομα απέναντι σ΄ αυτούς τους κινδύνους»… «Η ασφάλιση του ατόμου απέναντι στους όποιους κινδύνους, ακόμα και αυτούς της ύπαρξης, όπως τα γηρατειά και ο θάνατος, είναι δική του προσωπική υπόθεση».(8)
Είναι στη βάση αυτής της λογικής που η περαιτέρω μείωση των δαπανών, ιδιαίτερα αυτών που αφορούν ομάδες (όπως οι ψυχικά πάσχοντες και άλλοι) και κοινωνικά στρώματα τα οποία, ιδιαίτερα σε τέτοιες περιόδους, αντιμετωπίζονται ως «κοινωνικό βάρος», «άδειες φλούδες», ως «περιττοί», αποτελεί μια πρώτη προτεραιότητα. Η ΕΕ φέρει πρωταρχική ευθύνη για ό,τι συμβαίνει αυτή την περίοδο στην Ελλάδα, στον χώρο της Ψυχικής Υγείας (αν και, φυσικά, όχι μόνο σ΄ αυτή).
Με τον ίδιο τρόπο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), το τμήμα Ψυχικής Υγείας του οποίου διατυπώνει και διακηρύσσει κατευθυντήριους άξονες για την «μεταρρύθμιση» των υπηρεσιών σε διάφορες χώρες, στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Ευρώπη, στην Ασία κλπ (και υποστηρίζει, ενίοτε από κοινού με την ΕΕ, διάφορες «πιλοτικές δράσεις» γι΄ αυτή την διακηρυσσόμενη «μεταρρύθμιση»), δεν μπορεί παρά να γνωρίζει τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα στον χώρο της Ψυχικής Υγείας. Πόσο μάλλον που, εκπρόσωπος της Ελλάδας στον ΠΟΥ για την Ψυχική Υγεία είναι ο τωρινός Διοικητής ΨΝΑ και σύμβουλος των διαδοχικών Υπουργών Υγείας επί θεμάτων ψυχικής υγείας και πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και ταυτόχρονα εκτελεστικό όργανο του βίαιου κλεισίματος των ψυχιατρείων και των εντολών της τρόικας. Η συνεχιζόμενη σιωπή και από τη μεριά των αρμοδίων του ΠΟΥ, ισοδυναμεί με συνενοχή, αποκαλύπτοντας τον επιδερμικό και προσχηματικό χαρακτήρα των όποιων διακηρύξεων και κατευθυντήριων αξόνων.
Πιστεύω ότι πρέπει να υπάρξει ένα ενεργητικό διεθνές ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στην Ελλάδα στο χώρο της Ψυχικής Υγείας, να υψωθεί μια πανευρωπαϊκή κραυγή διαμαρτυρίας και καταγγελίας, ώστε να μπει φρένο στην ανθρωπιστική καταστροφή που αυτή τη στιγμή συντελείται.

Σημείωση

*Σ΄ αυτό το κείμενο γίνονται αναφορές κυρίως στο κείμενο/παρέμβαση του Franco BasagliaIl circuito dell controllo”, στη συνάντηση Psichiatria Alternativa, που έγινε στη Τεργέστη το 1977. Η αγγλική του μετάφραση, με τίτλο “Breaking the circuit of control”, στη συλλογή “Critical Psychiatry” (Penguin Books, 1981), που επιμελήθηκε ο David Ingleby, ήταν και η πρώτη αφορμή γνωριμίας μας με το έργο του Basaglia.

Βιβλιογραφικές αναφορές

1.Franco Basaglia : “Il Circuito del Controllo”, Scritti, I, Einaudi, 1982
2.οππ
3.οππ
4.οππ
5.οππ
6.οππ
7.οππ
8.Michel Foucault: “ Η γέννηση της βιοπολιτικής”. Ελλ. έκδοση, Πλέθρο, 2012.

11/12/2014
Θ. Μεγαλοοικονόμου


Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Υγειονομικοί υπέρ του Νίκου Ρωμανού

Όσοι συμφωνούμε, υπογράφουμε το κείμενο. Για το Νίκο Ρωμανό, για την αυτονομία του ιατρικού και νοσηλευτικού επαγγέλματος, για τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ! Γράψτε όνομα και ιδιότητα στα σχόλια.


ΚΕΙΜΕΝΟ ΥΠΟΓΡΑΦΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΝΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΘΕΙ ΑΜΕΣΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ ΓΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ
ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΠΙΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ
ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ο κρατούμενος Νίκος Ρωμανός βρίσκεται σε απεργία πείνας από τις 10/11, διεκδικώντας το νόμιμο δικαίωμά του σε εκπαιδευτικές άδειες, προκειμένου να μπορεί να παρακολουθήσει τη σχολή στην οποία πέρασε με πανελλαδικές εξετάσεις μέσα από τη φυλακή. 
Οι μηχανισμοί του κράτους, η κυβέρνηση, αλλά και ο ίδιος ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, αρνούμενοι να ικανοποιήσουν το δίκαιο αίτημά του, παίρνουν τεράστια ευθύνη, όχι μόνο για την ίδια του τη ζωή, που καταφανώς βρίσκεται σε κίνδυνο, αλλά και για την κατάλυση όποιων ιχνών δημοκρατίας έχουν απομείνει στη χώρα μας. Διότι ουσιαστικά αρνούνται την εκπαιδευτική άδεια ΦΡΟΝΗΜΑΤΙΚΑ, επειδή ο Νίκος Ρωμανός είναι αναρχικός. Ασκούν προληπτική καταστολή του δικαιώματός του να σπουδάσει, όχι με βάση το περιεχόμενο της καταδίκης του, αλλά με βάση το ενδεχόμενο μελλοντικών ενεργειών του. Στην πραγματικότητα τον καταδικάζουν σε βέβαιο θάνατο ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΑ. 
Οι υγειονομικοί που υπογράφουμε αυτό το κείμενο είμαστε αλληλέγγυοι στο Νίκο Ρωμανό και απαιτούμε την ικανοποίηση του αιτήματός του προτού είναι πολύ αργά για τη σωματική του ακεραιότητα, και την ίδια του τη ζωή. 
Επιπλέον επισημαίνουμε την πρωτοφανή απόπειρα να χρησιμοποιηθεί η άσκηση της Ιατρικής από την εξουσία: οι πιέσεις που υφίστανται οι συνάδελφοί μας που νοσηλεύουν το Νίκο Ρωμανό στο "Γεννηματά", αλλά και τον σύντροφό του Γιάννη Μιχαηλίδη στο Τζάνειο, προκειμένου να παραβιάσουν την ελεύθερη βούληση των απεργών πείνας - ασθενών τους, έχουν υπερβεί τα εσκαμμένα. 
Παρακολουθούμε συνεχείς παρεμβάσεις στην άσκηση της Ιατρικής από πολιτικούς παράγοντες, διοικητές νοσοκομείων, "νομικούς συμβούλους", κυρίως όμως από τους εισαγγελείς που μετακυλίουν την κοινωνική και πολιτική ευθύνη της έκβασης της απεργίας πείνας στους ώμους των γιατρών, καλώντας τους ουσιαστικά να παραβιάσουν κάθε ιατρική ηθική και δεοντολογία και να ασκήσουν βία επί των περιθαλπομένων από αυτούς απεργών πείνας (αναγκαστική σίτιση). Παρακολουθούμε άναυδοι να παραβιάζεται κάθε νομιμότητα από τον Διοικητή του "Γεννηματά", ο οποίος απαιτεί πρόσβαση στο φάκελλο νοσηλευόμενου, παραβιάζοντας το ιατρικό απόρρητο και την ιδιωτικότητα του ασθενούς, την ώρα μάλιστα που η γιατρός που έχει επιλέξει ο κρατούμενος - απεργός πείνας να τον εκπροσωπεί ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΟ ΦΑΚΕΛΛΟ!
Τέλος, για μια ακόμη φορά, βλέπουμε να παραβιάζεται η ιερότητα των νοσοκομειακών χώρων και, με έμμεσο τρόπο, η αυτονομία του ιατρικού και νοσηλευτικού λειτουργήματος, από δεκάδες πάνοπλους φρουρούς, από ΜΑΤ, από κλούβες ΜΑΤ, από πάνοπλους κουκουλοφόρους αστυνομικούς. 
Η εικόνα αυτή, σε πλήρη αρμονία με την εικόνα μιας Αθήνας - κατεχόμενης πόλης των τελευταίων ημερών, μας κάνει να ανησυχούμε σοβαρά για την ίδια τη δημοκρατία. Είναι ολοφάνερο ότι η κυβέρνηση, τόσο με τη διαχείριση της υπόθεσης Ρωμανού, όσο και με τις συνεχείς παραβιάσεις ελευθεριών σε όλα τα επίπεδα, έχει επιλέξει εξαιρετικά ολισθηρό για τα δημοκρατικά δικαιώματα δρόμο. 
ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ:
1. άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων του Νίκου Ρωμανού
2. να αφεθούν οι συνάδελφοί μας απερίσπαστοι κατά την άσκηση του ιατρικού τους έργου 
3. τήρηση της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας - όχι στην παραβίαση των δικαιωμάτων των απεργών πείνας - όχι στην αναγκαστική σίτιση!
4. να αποχωρήσουν οι αστυνομικές δυνάμεις από τους χώρους των Νοσοκομείων
5. Δημοκρατικά δικαιώματα για τους κρατούμενους, αλλά και για όλους τους κατοίκους της χώρας! Όχι στην αστυνομοκρατία, όχι στην καταστολή των διαδηλώσεων - κινητοποιήσεων, όχι στην προληπτική τρομοκράτηση του Ελληνικού Λαού!


(Αν επιθυμείτε να υπογράψετε συνδεθείτε στην σελίδα στο https://www.facebook.com/ygeionomikoi?fref=nf   και αφήστε σχόλιο με τα στοιχεία σας και την ιδιότητα σας - Εναλλακτικά, αν δεν έχετε λογαριασμό στο f.b, στείλτε τα στοιχεία σας στο mail της Συσπείρωσης και θα τα διαβιβάσουμε στους διαχειριστές της σελίδας.)


Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Διακήρυξη του 6ου διεθνούς συνεδρίου του Intervoice - "Οδ[υσσ]εύοντας με τις Σειρήνες: Παλεύοντας προς την ανάρρωση σε καιρούς κρίσης" - Δίκτυο "Ακούγοντας Φωνές"


ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ
«Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε»
                                                                                    Γιάννης Ρίτσος
Θεσσαλονίκη , 10-12 Οκτωβρίου 2014
Συναντηθήκαμε στη Θεσσαλονίκη επειδή οι ζωές μας έχουν αξία. Οι φωνές μας έχουν αξία και αποκτούν νόημα όταν συναντάνε άλλες φωνές. Διεκδικούμε και δημιουργούμε ένα χώρο ασφάλειας για την αξιοπρέπεια και την ποιότητα της ζωής μας μαζί με τους άλλους και όχι ενάντια στους άλλους. Θεωρούμε τους εαυτούς μας κομμάτι ενός ζωντανού κινήματος αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού που έρχεται ως απάντηση στη μονομέρεια των βιολογικών προσεγγίσεων. Είμαστε, λοιπόν, ένα κίνημα πολιτικό αλλά και πολυπολιτισμικό. Η εμπειρία των φωνών δεν είναι προσωπική αλλά συλλογική υπόθεση: αφορά συγγενείς, φίλους, επαγγελματίες, την κοινωνία ολόκληρη.
Ζούμε σε έναν κόσμο που όλα αλλάζουν και η επισφάλεια απλώνεται σε όλο το φάσμα της ζωής μας.
Ειδικότερα για την Ελλάδα, σε μια εποχή πλήρους κατάρρευσης των δημόσιων υπηρεσιών ψυχικής υγείας, έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία η ενδυνάμωση και η συμμετοχή των άμεσα ενδιαφερόμενων σε όλα τα επίπεδα διεκδίκησης δικαιωμάτων, διαμόρφωσης πολιτικών και λήψης αποφάσεων. 

Διεκδικούμε:
·         Τη διασφάλιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων στο χώρο της ψυχικής υγείας.
·         Την υιοθέτηση προσεγγίσεων που εστιάζουν στις εμπειρίες και στο νόημά τους
·         Την κατάργηση στιγματιστικών και αντιεπιστημονικών όρων, όπως η σχιζοφρένεια
·         Έναν λόγο απλό και βιωματικό που θα περιγράφει τις εμπειρίες μας χωρίς ταμπέλες και διαγνώσεις
·         Την απομυθοποίηση της παντοδυναμίας των ψυχοφαρμάκων
·         Την ενημέρωση για εναλλακτικούς τρόπους διαχείρισης των εμπειριών μας
·         Τη δυνατότητα επιλογής της φροντίδας, υποστήριξης και θεραπείας που ενδέχεται να χρειαστούμε
·         Τη διασύνδεσή μας με άλλα κοινωνικά κινήματα.
·         Ο αγώνας μας είναι ένας αγώνας για τον αυτοκαθορισμό των ζωών μας

            Περπατάμε μαζί στην κρίση, αναζητούμε κοινούς δρόμους ανάρρωσης σε μια Οδύσσεια που το προσωπικό γίνεται συλλογικό και το συλλογικό προσωπικό


Επίσης στο u tube έχουν μπορείτε να αναζητήσετε  σχεδόν όλες τις ομιλίες από το κανάλι του Intervoice
Οι περισσότερες βρίσκονται συγκεντρωμένες εδώ:

ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΣΤΟ «ΥΣΤΑΤΟ ΣΗΜΕΡΑ» ΤΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟΥ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ «ΠΕΡΑ ΑΠΟ» ΑΥΤΟ


    Μετά από λίγο, τον επόμενο χρόνο, συμπληρώνονται 90 χρόνια από τη ίδρυση, το 1925, του πρώτου δημόσιου ψυχιατρείου στην Ελλάδα, που σήμερα ονομάζεται ΨΝΑ. Προϋπήρχαν το ψυχιατρείο της Κέρκυρας, παλιά φυλακή, που κληροδοτήθηκε από τους Εγγλέζους και τα Ιδιωτικού Δικαίου Δρομοκαϊτειο και Αιγινήτειο.
Και είναι ακριβώς στα 90στά γενέθλιά του που έχει προγραμματιστεί το οριστικό κλείσιμό του - κλείσιμο ως κατάργηση. Αντιμετωπίζουν πολλοί με αγωνία, έως και τρόμο, τις διαδοχικές εξαγγελίες, με την ταυτόχρονη προχειρότητα και τον αλλοπρόσαλλο και θνησιγενή χαρακτήρα των εκάστοτε προετοιμασιών που εξαγγέλλονται, για το βιαστικό κλείσιμο. Και πολύ λίγη, έως ανύπαρκτη, είναι η προσοχή στον «καθημερινό θάνατο» του ψυχιατρείου, στην καθημερινή τραγωδία του, στην αδυναμία του πια να λειτουργήσει ακόμα και ως ολοπαγές ίδρυμα (total institution, που είναι, και παραμένει, από τη φύση του), στην προϊούσα αποδόμηση των όποιων κατακτήσεων (ή, έστω, εξωραϊσμών) υπήρξαν τα τελευταία χρόνια, σε μια εκ των έσω κατάρρευση, ή ενδόρρηξη (implosion).
Το «ύστατο σήμερα», όχι μόνο του ψυχιατρείου, αλλά της ψυχικής υγείας στο σύνολό της, αποτελεί την απόδοση στα ελληνικά του τίτλου ενός θεατρικού έργου του Χάουαρντ Μπάρκερ, “The dying of today”, που είχε ανεβάσει το 2009 ο Λευτέρης Βογιατζής. Βασίζεται στην αφήγηση του Πλούταρχου (στο βίο του στρατηγού Νικία), που αναπαράγει ο Θουκυδίδης, για τον τρόπο που πληροφορήθηκαν οι Αθηναίοι την πανωλεθρία του στρατού και του στόλου τους στις Συρακούσες.
Στον Πειραιά, κατά την αφήγηση, αποβιβάστηκε ένας ξένος που, κατά τη συνήθεια της εποχής, επισκέφθηκε πρώτα ένα κουρείο. Θεωρώντας ότι η πανωλεθρία στη Σικελία είναι γνωστή, άρχισε να αναφέρεται σε λεπτομέρειες από τα τρομερά γεγονότα. Ο κουρέας, συγκλονισμένος από αυτά που άκουσε, έτρεξε αμέσως να ενημερώσει την πόλη και τους άρχοντες αλλά, καθώς δεν είχε τα μέσα να τους αποδείξει την αλήθεια και την αξιοπιστία της πηγής των όσων έλεγε (και τα οποία κανείς «δεν ήθελε ν΄ ακούσει» ότι θα μπορούσαν να έχουν συμβεί), θεωρήθηκε ότι διασπείρει ψευδείς ειδήσεις και η εκκλησία του Δήμου αποφάσισε να τον δέσουν στον τροχό.
Οσο τον βασάνιζαν για να πει περισσότερα, τόσο κλιμακωνόταν η σύγχυση, ο τρόμος και ο πανικός για μια επερχόμενη μεγάλη καταστροφή. Όταν κατέφθασαν οι επιβεβαιώσεις, οι πάντες είχαν πεισθεί ότι επίκειται η κατάληψη της ίδιας της πόλης, η οριστική, δηλαδή, και τελειωτική καταστροφή.
Μπορούμε να αναρωτηθούμε : γιατί πεθαίνει το σήμερα; Γιατί το «τραγικό συμβάν» μας βγάζει έξω από το παρόν και μας κάνει να νοσταλγούμε το παρελθόν της υποτιθέμενης «αθωότητας», όσο σκληρό και βάναυσο και αν ήταν αυτό, αντιμετωπίζοντας με τρόμο το μέλλον και τον επικείμενο όλεθρο (1). Το ζήτημα είναι τι και πώς μαθαίνουμε από τον «θάνατο του παρόντος», πώς συναντούμε και κατανοούμε το παρελθόν (το οποίο εμπεριέχεται σ΄ αυτό το παρόν) και προετοιμάζουμε το μέλλον με την ελπίδα (αυτήν που κάνει δυνατή ζωή ως τον ορίζοντα που ανοίγει και αποκαλύπτεται ως μια προοπτική), αποδομώντας, μέσα από την πράξη, την μέχρι τώρα κυρίαρχη Τάξη. Τότε μπορούμε πραγματικά να πατάμε στο παρόν, αυτό που «πεθαίνει για να είναι», που σημαίνει «να είναι ανοικτό στο μέλλον».
Δεν είναι, ίσως, τυχαίο ότι το βίαιο κλείσιμο του ΨΝΑ επιχειρείται να γίνει σε
συνθήκες κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής κρίσης αντίστοιχες (αν και όχι όμοιες) με εκείνες εντός των οποίων έγινε απαραίτητη η ίδρυσή του.
Τα θεμέλιά του μπήκαν λίγο μετά την μικρασιατική καταστροφή και το κύμα των προσφύγων που την ακολούθησε (το οποίο συνετέλεσε στη μαζική συγκρότηση της ελληνικής εργατικής τάξης και στην έκρηξη του αστικού πληθυσμού), αποτελώντας τον τόπο εγκλεισμού (ενίοτε και το καταφύγιο) των εγχώριων «επικίνδυνων τάξεων», όλων όσων, δηλαδή, αδυνατούσαν να προσαρμοστούν ή αποβάλλονταν από την εγχώρια «βιομηχανική επανάσταση» και τον καταμερισμό της εργασίας (καθώς και τον μετασχηματισμό των κοινωνικών και οικογενειακών σχέσεων, των πληθυσμιακών μετακινήσεων κλπ) που αυτή επέβαλε.
Αν θέλουμε πραγματικά να «πατάμε στο παρελθόν» τότε θα πρέπει να θυμηθούμε ότι πρόδρομος του πρώτου δημόσιου ψυχιατρείου ήταν «τα υπόγεια των Κεντρικών Ενωματιών παρά την οδό Κυδαθηναίων …το 1912…όπου συνελέγοντο υπό της αστυνομίας οι διάφοροι αλήται, φρενοπαθείς, άστεγοι και εν γένει κακοποιοί και επικίνδυνα δια την δημοσίαν τάξιν, υγείαν, ή φρενοπαθή άτομα». Καθώς όλα αυτά τα άτομα στοιβάζονταν στα υπόγεια σε μεσαιωνικές συνθήκες, αναζητήθηκε άλλο, πιο ευρύχωρο «οίκημα κατάλληλον προς τοποθέτησιν τοιούτων ατόμων», αρχικά στο Μοσχάτο και εν συνεχεία στην Καλλιθέα, στο «ως Ασυλον της Αγίας Ελεούσας κληθέν οίκημα προς εκπλήρωσιν του σκοπού της αστυνομίας» (2). Αλλά καθώς και αυτό γέμισε και οι έγκλειστοι ζούσαν υπό συνθήκες απερίγραπτης εξαθλίωσης («δυστυχίας, δυσοσμίας … αφροδισίων κλπ»), απαλλοτριώθηκε περιοχή στο Δαφνί (όπου βρισκόταν η μονή Δαφνίου που, τον 19ο αιώνα, είχε χρησιμοποιηθεί για την περίθαλψη ψυχικά πασχόντων), στην οποία, το 1924-25, χτίστηκαν τα πρώτα ξύλινα παραπήγματα. Με αφετηρία την ίδρυσή του και προϊόντος του χρόνου, το νέο ίδρυμα άρχισε να δέχεται σε μεγαλύτερη κλίμακα «φρενοπαθείς οξέως πάσχοντας, μη περιοριζόμενον πλέον εις την περισυλλογήν απλώς αλητών, επικινδύνων, ή τοξικομανών κλπ» (3). Οι συνθήκες απερίγραπτα άθλιες, βάναυσες, κατασταλτικές.
Με την βαθμιαία απαλλοτρίωση εκτάσεων, από 70 στρέμματα το 1925, το ψυχιατρείο έφτασε να καταλαμβάνει, το 1955, έκταση 680 στρεμμάτων.
Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή της μεταφοράς των εναπομεινάντων ασθενών της Αγ. Ελεούσας στο νεοσύστατο ψυχιατρείο, που φαίνεται ν΄ αποτελεί πρότυπο προς μίμηση του σημερινού κλεισίματος. «Ολως ξαφνικά κι΄ απρόσμενα, πήραμε μια μέρα επείγουσα διαταγή που έλεγε ότι ‘το παράρτημα Αγίας Ελεούσας’ διαλύεται και ότι πρέπει αμέσως να γίνει μεταφορά των αρρώστων, του προσωπικού και όλου του υλικού στο Δαφνί ……Αμέσως, την επόμενη της διαταγής, φορτηγά, καμιόνια και άλλα μεταφορικά άρχισαν να φορτώνουν και μέσα σε λίγα 24ωρα, οι άρρωστοι (περί τους 200-250), το προσωπικό, ο εξοπλισμός, τα πάντα μεταφέρθηκαν στο Δαφνί. Εκεί πάλι, σ΄ ένα συναγερμό, με κινητοποίηση όλων των μέσων και επιστράτευση όσων μπορούσαν να προσφέρουν, ρίχτηκαν στην προσπάθεια της προετοιμασίας χώρων κλπ, για την εγκατάσταση των μεταφερθέντων. Εκ των ενόντων και σε ρεκόρ χρόνου, με παλιοσανίδες, ξύλα, λαμαρίνες και ό,τι άλλο πρόχειρο υλικό, κατασκευάστηκαν μερικά ισόγεια άθλια παραπήγματα» (4).
Tο 1924 το «Ασυλο της Αγίας Ελεούσας», από κοινού με τις πρόσθετες εγκαταστάσεις/παραπήγματα στο «Δαφνί», μετονομάζεται σε «δημόσιο ψυχιατρείο» και περνάει από την δικαιοδοσία του Υπουργείου Εσωτερικών σε αυτήν του Υπουργείου Πρόνοιας. Με δυο διαδοχικούς νόμους, τον 6977 του 1934, «περί οργανώσεως των Δημοσίων Ψυχιατρείων» και τον 965 του 1937, περί «περί οργανώσεων των Δημόσιων Νοσηλευτικών και Υγειονομικών Ιδρυμάτων», ολοκληρώνεται η πολυετούς διάρκειας μετάβαση από την δικαιοδοσία της αστυνομίας, μέσω αυτής της Πρόνοιας, προς την επίσημη καθιέρωση του ψυχιατρείου ως νοσηλευτικής μονάδας, στην δικαιοδοσία του Υγειονομικού Συστήματος (ως του αρμόδιου, όπως παντού στην Ευρώπη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, για τον έλεγχο/θεραπεία της ψυχικής αρρώστιας). Μια πορεία που φαίνεται ν΄ αντιστρέφεται σήμερα με το σχεδιαζόμενο βίαιο κλείσιμό του και την ίδρυση, στη θέση του, ενός ιδρύματος (δικαστικού ψυχιατρείου) έξω από την δικαιοδοσία του Υγειονομικού Συστήματος και εντός αυτής του Ποινικού/Σωφρονιστικού Συστήματος.
Το ΨΝΑ έγινε σύντομα το πιο μεγάλο ψυχιατρείο της χώρας και, μάλιστα, των Βαλκανίων. Αμέτρητες ιστορίες πόνου και εγκατάλειψης, απομόνωσης και αποκλεισμού το κατοίκησαν όλες αυτές τις δεκαετίες.
Ακολούθησε ο πόλεμος, η κατοχή, ο εμφύλιος πόλεμος, τα δύσκολα μετα(εμφυλιο)πολεμικά χρόνια. Είναι όλα αυτά που διαπερνούν το ΨΝΑ και το κάνουν μέρος μια συνολικής ιστορικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής διαδρομής, στη διάρκεια της οποίας διεκπεραίωνε την εκάστοτε «κοινωνική ανάθεση» για την «καταπιεστική προστασία» όλων όσων ο αλύπητος κοινωνικός ανταγωνισμός έθετε εκτός κοινωνικού ιστού και, στη βάση των ψυχιατρικών ιδεολογημάτων της εποχής, χαρακτηρίζονταν ως «ανίατοι» και έχοντες «θέση στη ζωή» μόνο ως τρόφιμοι στο άσυλο.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 50 και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80, αποτέλεσε έναν από τους βασικούς τροφοδότες της Λέρου, η οποία δημιουργήθηκε από μεταφορές εγκλείστων από όλα τα ψυχιατρεία της χώρας, ως η μόνη απάντηση που έβλεπε η ψυχιατρική κοινότητα και το ελληνικό κράτος στον υπερσυνωστισμό των ψυχιατρείων, σε μια λογική περαιτέρω εξοστρακισμού και εκμηδένισης (υπαρξιακής αλλά και βιολογικής) των «Αζήτητων» όλης της χώρας.
Οι προσπάθειες, όλη αυτή την περίοδο, ορισμένων ψυχιάτρων και άλλων λειτουργών της ψυχικής υγείας του ΨΝΑ για μια ουσιαστική θεραπευτική βοήθεια στους ασθενείς, δεν κατάφεραν να εμποδίσουν την μετατροπή του στην πιο μεγάλη, σε μέγεθος, αποθήκη ψυχών, στη μήτρα της ιδρυματικής ψυχιατρικής στην Ελλάδα. Το «Δαφνί», σε τοποθεσία, όπως προαναφέρθηκε, όπου, από παλιά, το ομώνυμο μοναστήρι περιέθαλπε ψυχικά πάσχοντες, δεν έπαψε ποτέ να είναι συνώνυμο με την τρέλα και τον εγκλεισμό.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 80 (είναι η περίοδος που έρχεται στην επιφάνεια, αποκτώντας διεθνείς διαστάσεις, το «σκάνδαλο της Λέρου» και γίνονται οι πρώτες αναζητήσεις, απόπειρες, αλλά και «έξωθεν εισαγωγές» μεταρρυθμιστικών πρακτικών και συστημάτων) αναδύεται μεταξύ ψυχιάτρων, νοσηλευτών και άλλων εργαζομένων μια αμφισβήτηση των πιο κατασταλτικών πλευρών του ιδρύματος και ένας αγώνας διαρκείας για ν΄ αλλάξει η μοίρα των ασθενών και οι δικές τους συνθήκες εργασίας.
Ηταν στα πλαίσια αυτών των αναζητήσεων, αμφισβητήσεων, αντιστάσεων που έγινε δυνατή η κατάργηση του τμήματος των «ακαταλογίστων» στα μέσα της δεκαετίας του 80 - ένα σημαντικό βήμα ‘πέρα από’ την χωρίς προηγούμενο αθλιότητα και βαρβαρότητα αυτού του ειδικού τμήματος κράτησης των «ακαταλογίστων», που, όμως, έμεινε μετέωρο, αναμένοντας, μέχρι σήμερα, την ολοκλήρωσή του. Το ερώτημα, βέβαια, είναι, προς ποια κατεύθυνση;
Μια κρίσιμη στιγμή, που καθόρισε, εν πολλοίς την μετέπειτα πορεία του ΨΝΑ, ήταν ο σεισμός του Σεπτέμβρη 1999. Εκεί που φαινόταν η ιδρυματική αδράνεια και αντίσταση στην όποια ουσιαστική αλλαγή να έχει το πάνω χέρι σε σχέση με τις όποιες προσπάθειες εντός του ΨΝΑ, στη διάρκεια της δεκαετίας του 90, στην κατεύθυνση του εξανθρωπισμού και της αποιδρυματοποίησης, ένα φυσικό φαινόμενο, όπως ο σεισμός, ήρθε για να «σπρώξει» αποφασιστικά προς τις όποιες μελλοντικές εξελίξεις και αλλαγές – όχι μόνο στο ΨΝΑ, αλλά σε ολόκληρο το πεδίο των ψυχιατρικών υπηρεσιών.
Η κρίση που δημιουργήθηκε τότε, η οποία κράτησε εκτός ψυχιατρικής εφημερίας το ΨΝΑ για μεγάλο χρονικό διάστημα και ήταν ο λόγος (και όχι η επιλογή τους, ή η αντίληψή τους για τον τρόπο ύπαρξής τους και το ρόλο τους μέσα στο σύστημα των ψυχιατρικών υπηρεσιών) που οι ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων άρχισαν να δέχονται ακούσιες νοσηλείες (ένα «τραύμα» που ακόμα δεν έχει ξεπεραστεί για πολλές από αυτές) – αυτή η κρίση μπορούσε ν΄ αντιμετωπιστεί προς δυο κατευθύνσεις :
-είτε της ανοικοδόμησης του ψυχιατρείου, με συνοδό την μεταστέγαση των περισσότερων εκ των νοσηλευομένων σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές, σε μια λογική που ανάγονταν, εν τέλει, σε εξωραϊσμό του συστήματος, αφήνοντας αμετάβλητη την παραδοσιακή λειτουργία του ψυχιατρικού κυκλώματος (πράγμα που τελικά έγινε),
-είτε, όπως έλεγε μια μειοψηφική πρόταση, προς την κατεύθυνση της υπέρβασης του ψυχιατρείου. Να αντιμετωπιστεί, δηλαδή, η κρίση μέσω ενός σχεδιασμού για την βαθμιαία μετεξέλιξη προς ένα ολοκληρωμένο, κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Και επομένως, οι οικονομικοί πόροι, πέρα από την πρωταρχικής σημασίας ασφαλή διαβίωση των σεισμόπληκτων εγκλείστων και την αξιοπρεπή μεταστέγασή τους, σύμφωνα με τις αρχές της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, να κατευθυνθούν σε προγράμματα και διαδικασίες οργάνωσης κοινοτικών υπηρεσιών.
«’Το μελλοντικό ΨΝΑ’, τονιζόταν σ΄ αυτή την πρόταση, δεν πρέπει να είναι μια αναπαλαιωμένη και εξωραϊσμένη εκδοχή του ‘πρόσφατου παρόντος’. Δεν πρέπει να είναι μια απλή κτιριακή πρόταση, που οδηγεί στην παγίδα της ιδρυματικής αναπαλαίωσης, αλλά ν΄ αποτελεί τον σχεδιασμό της μετάβασης από αυτό «που είναι τώρα» σε «κάτι πραγματικά άλλο». Η αντιμετώπιση της κρίσης στην κατεύθυνση της αποϊδρυματοποίησης είναι δυνατή και δεν εμποδίζεται από το επείγον της κατάστασης, αλλά αποτελεί την μόνη ενδεδειγμένη αντιμετώπισή της…
»Ο σχεδιασμός του ‘μελλοντικού ΨΝΑ’, αν δεν αναχθεί σ΄ ένα απλό κτιριακό ζήτημα, τότε πρέπει να αφορά την αλλαγή της θέσης του ΨΝΑ στο όλο, μέχρι τώρα, εγκαθιδρυμένο ψυχιατρικό κύκλωμα : δηλαδή τον σχεδιασμό, θεωρητικά και πρακτικά, της υπέρβασης μιας ψυχιατρικής στάσης και πρακτικής, που έχει ανάγει το ΨΝΑ σε αποθήκη αποκλεισμένων. Το αίτημα ν΄ αλλάξει η πρακτική τύπου ελίτ των ψυχιατρικών κλινικών των γενικών νοσοκομείων και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας (πρακτικής που επιλέγει, αποκλείει και παραπέμπει για εγκλεισμό), θα είναι λειψό και τελείως αναποτελεσματικό, αν δεν συνοδεύεται από ταυτόχρονη, αμοιβαία αλλαγή των πρακτικών του ίδιου του ΨΝΑ : είναι από το ίδιο το ΨΝΑ που πρέπει να ξεκινήσει η άρνηση στην πράξη της θέσης του ως αποθήκης, με την στροφή του στην κοινότητα, με την οργάνωση κοινοτικών υπηρεσιών σε τομεοποιημένη βάση…. Αρα ο σχεδιασμός του «μελλοντικού ΨΝΑ» πρέπει να έχει θεωρητικές, ιδεολογικές και θεραπευτικές προϋποθέσεις : δηλαδή, για ποια ψυχιατρική μιλάμε, με ποιες επιστημολογικές και μεθοδολογικές προϋποθέσεις, για ποια θεραπευτική προσέγγιση και για ποιο ‘αντικείμενο’ : δηλαδή, πώς προσδιορίζουμε σήμερα το ‘αντικείμενο της ψυχιατρικής’»(5) ;
Η Τομεοποίηση είχε ήδη από τότε προταθεί να συνδεθεί με την επανέναρξη της λειτουργίας του ΨΝΑ.*




Εκτοτε, στα χρόνια που ακολούθησαν, η λεγόμενη «ψυχιατρική μεταρρύθμιση», όχι μόνο στο Δαφνί, αλλά παντού, δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει τον κυρίαρχο ρόλο του ψυχιατρικού ιδρύματος, οδηγώντας στη δημιουργία ενός νεο-ιδρυματικού μοντέλου, κατακερματισμένου, αποσπασματικού, δυσλειτουργικού, κατασταλτικού και ανέκαθεν υποχρηματοδοτημένου, το οποίο ήταν ήδη σε κρίση, όταν ξέσπασε η σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση. Μια κρίση που στην Ελλάδα παίρνει, ήδη από την αρχή, τη μορφή του μη διαχειρίσιμου, για δεκαετίες μπροστά μας, χρέους, με τα ατέρμονα προγράμματα (μνημόνια, ή όπως αλλιώς ονομαστούν) δημοσιονομικής προσαρμογής.
Γνωρίζουμε ότι αυτό που σήμερα παρουσιάζεται, μέσω του συμφώνου Αντόρ- Λυκουρέντζου, ως υποχρέωση της χώρας να κλείσει τα ψυχιατρεία στη βάση του, υπό την ευρεία έννοια, συμβολαίου σύμφωνα με το οποίο χρηματοδοτήθηκε για την «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» (χρηματοδότηση που κατασπαταλήθηκε, αφενός, για την προώθηση της ιδιωτικοποίησης της ψυχικής υγείας μέσω των κρατικοδίαιτων ΜΚΟ και, αφετέρου, στο δημόσιο, σε προγράμματα, δομές και υπηρεσίες που δεν άλλαξαν κατ΄ ουδένα τρόπο τη φύση και την λειτουργία του συστήματος), στην πραγματικότητα έχει μεταλλαχθεί σε μνημονιακή υποχρέωση για περαιτέρω δραστικές περικοπές των δαπανών, μείωση του προσωπικού, ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών, με όποιο κόστος αυτά (ήδη) έχουν για τους ψυχικά πάσχοντες. Τέτοια βιασύνη για το κλείσιμο των ψυχιατρείων δεν έδειξαν ούτε οι πρώτοι διδάξαντες του ρηγκανικού/θατσερικού «παραδείγματος» της Απονοσοκομειοποίησης και όσοι τους ακολουθούν μέχρι σήμερα στις ΗΠΑ και σε διάφορες άλλες χώρες.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι αυτή η καθαρά λογιστική και ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη και απάνθρωπη αντιμετώπιση της Ψυχικής Υγείας βρίσκει απέναντί της πρωτίστως αντιστάσεις που δεν έχουν αφετηρία την επιδίωξη της υπέρβασης, του ξεπεράσματος
του ψυχιατρείου, αλλά υπερασπιστές, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, της διατήρησης του ψυχιατρικού ιδρύματος. Και δεν αναφερόμαστε, απλώς, στις κοντόφθαλμες, στενά συνδικαλιστικές άμυνες (μεταξύ άλλων και της παραδοσιακής αριστεράς) που υπερασπίζονται απλώς τη θέση εργασίας, πέραν και ανεξαρτήτως της κοινωνικής ανάθεσης (για καταστολή και κοινωνικό έλεγχο) που επιτελεί αυτή η θέση εργασίας μέσα στο δοσμένο θεσμό, αλλά και σε μια ψυχιατρική κοινότητα (ανεξαρτήτως και αδιακρίτως της όποιας θεωρητικής αναφοράς, βιολογικής, ψυχαναλυτικής, συστημικής κλπ) που έβλεπε πάντα (και βλέπει ακόμα) με μεγάλο σκεπτικισμό το «κλείσιμο των ψυχιατρείων», προτιμώντας την «εξανθρωπισμένη» διατήρησή τους ως βάση της θεραπευτικής δουλειάς. Το πολύ, σε ορισμένες περιπτώσεις, να βλέπει αυτή την διατήρηση ως απλώς συμπληρωματική προς έναν, άλλοτε άλλο, αστερισμό κοινοτικών υπηρεσιών.
Το ‘πρόβλημα του ψυχιατρείου’, παρά την όποια φιλολογία, τα προηγούμενα χρόνια, περί «κλεισίματος» και τα όποια προγράμματα, ποτέ δεν ξεπεράστηκε στην ουσία του, ως κουλτούρα, πρακτική και τρόπος οργάνωσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Ενός θεσμού, δηλαδή, που διαμορφώνει και δομεί, μέσα από τους δικούς του κώδικες (της επικινδυνότητας, σε συνάρτηση με την περίκλειστη, απροσωποποιημένη, μαζική και προγραμματισμένη από μιαν ‘άνωθεν αυθεντία’ ζωή των νοσηλευομένων) την ίδια την κλινική σκέψη, όταν αυτή, αντιμέτωπη με την συγκεκριμένη πραγματικότητα των πολύπλοκων αναγκών του πάσχοντος υποκειμένου, αλέθει τις ποικίλες θεωρητικές αφηγήσεις και «διαφορετικές προσεγγίσεις» στο ίδιο μύλο μιας μονοδιάστατης και απλοποιητικής πρακτικής, η οποία ανάγει αυτή την πολυπλοκότητα (ιδιαίτερα, μάλιστα, σε καταστάσεις κρίσης) σε σημεία και συμπτώματα και συνυφαίνεται, πανομοιότυπα, με τις πάγιες ιδρυματικές πρακτικές, του μονόδρομου του ψυχοφάρμακου, της κλειδωμένης πόρτας, της μηχανικής καθήλωσης και της απομόνωσης.
Οταν, επομένως, λέμε ότι θέλουμε ν΄ αρνηθούμε το Ψυχιατρείο, στην πραγματικότητα θέτουμε το ζήτημα της Ψυχιατρικής. Για τι είδους Ψυχιατρική μιλάμε. Είναι ένας θεσμός, που δεν αφορά μόνο στο Ψυχιατρείο, αλλά σε ένα σύνολο κανόνων, νομοθετημάτων, διοικητικών πράξεων, επιστημονικών ταξινομήσεων, που προέρχονται από ένα ορισμένο είδος κουλτούρας ψυχιατρικής, που, παραδοσιακά, βασίζεται στον σαφή και άκαμπτο διαχωρισμό μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού, που αποκρυσταλλώνει αυτή τη σχέση, παγώνει την διαλεκτική μεταξύ φυσιολογικού και μη φυσιολογικού.
Το Ψυχιατρείο χαρακτηρίζεται από τον άκρως απλοποιητικό χαρακτήρα του. Απλοποιεί τα προβλήματα σε υπερβολικό βαθμό. Ως θεσμός, προσπαθεί να απαντήσει σ΄ ένα πρόβλημα σύνθετο μ΄ ένα τρόπο απλοϊκό. Η εγγενής σ΄ αυτό ιδρυματική βία είναι προϊόν αυτής της απλοποιητικής διαδικασίας – της αναγωγής ενός σύνθετου και πολύπλοκου πράγματος σε μια μονοδιάστατη πραγματικότητα (συμπτώματα, νόσος κοκ).
Αρα προκύπτει εξ΄ αντικειμένου η ανάγκη για την δημιουργία ενός θεσμικού δικτύου που ν΄ αντιπροσωπεύει αυτήν ακριβώς την πολυπλοκότητα. Η Αποιδρυματοποίηση, στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών, είναι ο μόνος δρόμος για κατανόηση, σεβασμό και απάντηση σ΄ αυτή την πολυπλοκότητα.
Αποιδρυματοποίηση και πραγματική Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση για το «Δαφνί» θα σήμαινε μια διαδικασία συνδυασμένης «ενσωμάτωσης, άρνησης και ξεπεράσματος» (μιας, δηλαδή, διαλεκτικής άρνησης) της μέχρι τώρα ιστορίας του και της υπόστασής του ως ιδρύματος εγκλεισμού, στέρησης και κοινωνικού ελέγχου, προς την κατεύθυνση θεραπευτικών δραστηριοτήτων και υπηρεσιών εναλλακτικών προς το άσυλο, που στηρίζουν σφαιρικά τους ψυχικά πάσχοντες στον τόπο κατοικίας, στην άσκηση των κοινωνικών τους ρόλων, στην εκτύλιξη του προσωπικού σχεδίου ζωής του καθενός.
Η Αποιδρυματοποίηση, ως διαδικασία, συνδέει τα μονοπάτια ενός εν δυνάμει μετασχηματισμού : ως κινητοποίηση των θεσμικών παραγόντων, ως μετασχηματισμός των σχέσεων εξουσίας, ως ανοικοδόμηση των εν δυνάμει υποκειμενικοτήτων, ως ριζοσπαστικά εναλλακτική, προς τον εγκλεισμό, λύση, ως μετασχηματισμός (πολλαπλασιασμός/πολυπλοκότητα) των επαγγελματικών ρόλων, με ταυτόχρονη την μετατροπή, αλλά και την επαρκή διαθεσιμότητα πόρων (7).
Οι θεσμοί (με την έννοια και του ιδρύματος, καθώς στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες αντίστοιχα ο όρος institution σημαίνει και τα δυο) είναι κανόνες και τρόποι οργάνωσης ανάμεσα στους ανθρώπους, που παράγουν συνεχώς, στην καλλίτερη περίπτωση ως παρενέργεια και στην χειρότερη ως διαστροφή και απόκλιση από το σκοπό τους, αδράνεια, ιεραρχίες, αποϋπευθυνοποίηση, καταρράκωση της υποκειμενικότητας.
«Οι θεσμοί , λέει ο Z. Deleuze, δεν είναι πηγές, ούτε ουσίες και, με τη σειρά τους, δεν έχουν ούτε ουσία, ούτε εσωτερικότητα. Είναι πρακτικές και λειτουργικοί μηχανισμοί, που δεν μπορούν να εξηγήσουν την εξουσία, δεδομένου ότι προϋποθέτουν τις σχέσεις της και περιορίζονται σε μια λειτουργία αναπαραγωγική και όχι παραγωγική» (8).
Επομένως, η ρήξη αυτών των λειτουργικών μηχανισμών θα μπορέσει να απελευθερώσει την εξουσία ως σχέση δυνάμεων, που παρακινεί, προκαλεί, παράγει, καθορίζοντας μια φάση αστάθειας, μεταβατική, που επιτρέπει νέες σχέσεις, νέες ορατότητες.
Γιατί το «κλείσιμο», ο μετασχηματισμός, η Αποιδρυματοποίηση δεν μπορεί να αναχθεί σε απλή μετακόμιση; Γιατί η Αποιδρυματοποίηση είναι το διαμετρικά αντίθετο της Απονοσοκομειοποίησης; Γιατί λέμε ότι η ουσία μιας πραγματικής μεταρρύθμισης θα ήταν η αλλαγή του τρόπου (που νοείται και ασκείται) και όχι απλώς του τόπου που, απλώς, ασκείται η ψυχιατρική φροντίδα;
Ποια είναι η πολυπλοκότητα που αντιμετωπίζεται απλοποιητικά από το ψυχιατρείο και το κυρίαρχο ψυχιατρικό παράδειγμα;
Αν θεωρήσουμε ως έναν κεντρικής σπουδαιότητας κοινωνικό στόχο την προαγωγή της υγείας και της ψυχικής υγείας, αυτό σημαίνει βελτίωση των συνθηκών της ζωής του καθενός μέσα από την οικοδόμηση των αναγκαίων και επαρκών απαντήσεων στις θεμελιακές ανάγκες όλων. Είναι αναγκαίο να γίνουν πραγματικά βιώσιμοι οι κοινωνικοί χώροι σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον, τους διάφορους πολιτισμούς, τις εθνότητες, τις φυλές, τις θρησκείες, να ενισχυθεί η προαγωγή της πρόσβασης στην εκπαίδευση και στη μάθηση γενικά, καθώς και η οικοδόμηση τρόπων γνωριμίας και επικοινωνίας ανάμεσα στα άτομα μεταξύ τους και με τις διάφορες κοινωνικές ομάδες. Σταθερή (όχι επισφαλής) εργασία ικανοποιητικά αμειβόμενη, κατοικία, αξιοπρεπής διαβίωση είναι βασικοί παράγοντες. Οι δραστηριότητες που αποσκοπούν στην πρόληψη της ψυχικής οδύνης, ή διαταραχής, και στην προαγωγή της υγείας, πρέπει να τείνουν στην δημιουργία των όρων εκείνων που επιτρέπουν στα άτομα, τα οποία βιώνουν μια προσωρινή ή μονιμότερη κατάσταση δυσκολίας, να μην απολέσουν τις κοινωνικές τους δεξιότητες, την αξιοπρέπεια και το αυτεξούσιό τους. Είναι γι΄ αυτό, άλλωστε, που αυτές οι δραστηριότητες πρέπει να ευνοούν (έμπρακτα και όχι στα λόγια) την αλλαγή πολιτισμικών/κοινωνικών στάσεων βασισμένων πάνω σε προκαταλήψεις και έλλειψη ανοχής. Οι δραστηριότητες της πρόληψης και της φροντίδας δεν θα πρέπει, επίσης, να παραβλέπουν τα προβλήματα και τα δικαιώματα των οικογενειών και άλλων, πάνω στους οποίους η ψυχική διαταραχή του πάσχοντος μπορεί, έμμεσα ή άμεσα, να έχει την όποια επίδραση.
Στη βάση των ανωτέρω, η θεραπευτική αντιμετώπιση και φροντίδα της ψυχικής διαταραχής πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τις διαφορετικές καταστάσεις, τις ιδιαίτερες και μοναδικές εμπειρίες του προσώπου, την δική του ιδιαίτερη ιστορία. Η θεραπευτική δουλειά, αυτό που ονομάζουμε «ανάληψη της θεραπευτικής φροντίδας», πρέπει να προσαρμόζονται στις ανάγκες του ατόμου, χρησιμοποιώντας κινήσεις, γνώσεις, χρόνους, χώρους, εργαλεία, προγράμματα, διαφορετικές διαδρομές και με διαφορετικούς, εκάστοτε, τρόπους αρθρωμένες μεταξύ τους Στα άτομα που πάσχουν από μια ψυχική διαταραχή πρέπει να προσφέρονται όλες οι δυνατές ευκαιρίες προκειμένου να διατηρήσουν, ή να επιτύχουν, το βέλτιστο δυνατό επίπεδο λειτουργίας. Και αυτό ακριβώς επειδή η ψυχική αρρώστια είναι μια κατάσταση αδράνειας, μια κατάσταση κατά την οποία η ιστορία του ατόμου σταματάει. Μια κατάσταση αδράνειας της ιστορίας του, που, από ένα σημείο και πέρα, γίνεται μια ύπαρξη που στενεύει και καταγράφεται με έναν επαναληπτικό τρόπο.
Είναι, επομένως, θεραπευτικό το να λειτουργούμε με τρόπο που επιτρέπει τον πολλαπλασιασμό των αποχρώσεων αυτής της ζωής, αυτής της ύπαρξης, δραστηριοποιώντας μια σειρά από κοινωνικούς τομείς.
Ένα υποκείμενο, ένα άτομο με ψυχιατρική εμπειρία, ζει πάντα με τις κοινωνικές συναλλαγές, όπως το δέντρο με το οξυγόνο. Αν αυτές δεν πολλαπλασιάζονται, αν δεν διευρύνονται οι δυνατότητες των κοινωνικών συναλλαγών, θα έχουμε πτώχευση των συναλλαγών, περαιτέρω πτώχευση της ύπαρξής του, συνθήκες που προσβάλλουν την υγεία του.
Οι ανάγκες που εκδηλώνονται στην πορεία μιας ψυχικής διαταραχής, για μια βραχεία ή πιο μακρόχρονη περίοδο, δεν είναι, εντέλει, διαφορετικές από τις ανάγκες όλων, ωστόσο η δυσκολία στην έκφρασή τους είναι πολύ μεγαλύτερη καθώς, μάλιστα, την ίδια στιγμή έχουν μειωθεί οι ικανότητες για την ικανοποίησή τους.
Μια προσέγγιση του πάσχοντος ατόμου στη κατεύθυνση της ως άνω κατανόησης των αναγκών του και της απάντησης σ΄ αυτές, δεν μπορεί παρά να ασφυκτιά και, εν τέλει, να ακυρώνεται μέσα στο ολοπαγές ίδρυμα, όπως και αν αυτό ονομαστεί, ψυχιατρικό άσυλο ή ψυχιατρικό νοσοκομείο – είναι το ίδιο πράγμα. Το ψυχιατρείο δεν έχει καμιά θεραπευτική αξία, αντίθετα, παράγει αρρώστια. Ο μόνος μετασχηματισμός που μπορεί να είναι ουσιαστικός είναι αυτός που συνδέεται με το προοδευτικό άνοιγμά του στην κατεύθυνση της οικοδόμησης ενός δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών, που το υποκαθιστούν πλήρως, και σε ριζικά εναλλακτική κατεύθυνση.
«Ανοιγμα στην κοινότητα» σημαίνει, πρώτα απ΄ όλα, ότι ανοίγουν οι κλειδωμένες πόρτες όλων των τμημάτων, καταργούνται τα κατασταλτικά μέτρα (καθηλώσεις, απομονώσεις, θεραπείες τύπου ECT κλπ), βελτιώνονται οι συνθήκες διαβίωσης, αναγνωρίζονται έμπρακτα τα δικαιώματα, δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην εκπαίδευση των νοσηλευτών και στο ξεπέρασμα του φυλακτικού ρόλου, στην κατεύθυνση της ανάληψης θεραπευτικών ρόλων, αναζητούνται και οικοδομούνται ευκαιρίες εργασιακής ένταξης, λειτουργούν ομάδες ασθενών από κοινού με το προσωπικό (θεραπευτική κοινότητα, συνελεύσεις κλπ) που αποφασίζουν για τις συνθήκες ζωής μέσα στο ίδρυμα, δίνεται, δηλαδή, μια πρωταρχική έμφαση σε διαδικασίες «από τα κάτω», με το σπάσιμο των κάθετων ιεραρχιών.
Η «στροφή στην κοινότητα», αν πρόκειται να είναι ουσιαστική και όχι απλή επίφαση, είναι αδιανόητο να συνυπάρχει με κλειδωμένη την πόρτα του τμήματος νοσηλείας/εγκλεισμού. Το «άνοιγμα στην κοινότητα» δεν μπορεί παρά να ξεκινάει, ως το πρώτο του βήμα, από το «άνοιγμα της πόρτας» του ψυχιατρικού τμήματος. Ένα άνοιγμα πραγματικό, χωρίς, να συνοδεύεται (και έτσι έμπρακτα να ακυρώνεται) από μηχανικές καθηλώσεις, όπως συχνά γίνεται, που απλώς θα μετέφεραν τον περιορισμό της κλειδωμένης πόρτας πάνω στο ίδιο το σώμα του ψυχικά πάσχοντος.
Είναι στη βάση μιας τέτοιας διαδικασίας μετασχηματισμού και υπέρβασης του κυρίαρχου θεσμού που η κίνηση προς τα έξω δεν μπορεί παρά να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Τομεοποίηση των υπηρεσιών.
Η «ευθύνη της υπηρεσίας για μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή» δεν είναι αυτή που συνδέεται με την λειτουργία της φύλαξης στο ψυχιατρείο, ούτε αυτή που υπονοείται στην κλασσική ιατρική δεοντολογία και εκφράζεται με «ιατρικο-νομικούς» όρους, όπως, πχ, ως προς τις συνέπειες της θεραπείας ή της παράλειψής της κλπ (9).
Η έννοια της «ευθύνης» σημαίνει εδώ ανάληψη της υπευθυνότητας για την ψυχική υγεία ενός ορισμένου πληθυσμού, αυτής της καθορισμένης περιοχής. Αυτή η έννοια της ευθύνης συνεπάγεται ότι η υπηρεσία δεν μπορεί να περιορίζεται στο λεγόμενο «ειδικό/τεχνικό» πλαίσιο, στην παροχή, δηλαδή, κλινικών/διαγνωστικών πράξεων, συμβουλευτικής, φαρμακο/ψυχο/θεραπειών κλπ (που, ούτως ή άλλως, αποτελεί μια προφανώς αναγκαία παροχή), αλλά ότι πρέπει να διευρύνει το φάσμα των παρεμβάσεών της και να θεμελιώνεται σε μια ενεργητική στάση προαγωγής όλων των στιγμών και των εργαλείων για την ψυχική υγεία της περιοχής της.
Ο, τι γίνεται μέσα στην κοινότητα πρέπει να την αφορά – κι΄ αυτό όχι γιατί «ανάληψη ευθύνης» σημαίνει η υπηρεσία αποχωρίζει το πρόβλημα από την κοινότητα, ότι το κάνει δικό της, δική της «υπόθεση», το εξειδικεύει και το ιατρικοποιεί (ψυχολογικοποιεί κλπ), αλλά, αντίθετα : ό, τι γίνεται μέσα στην κοινότητα την αφορά, γιατί αυτού του είδους η υπευθυνότητα προϋποθέτει την συμμετοχή της κοινότητας (10).
Ενώ η ευθύνη φυλακτικού τύπου αναφέρεται (έχει, δηλαδή, μια κίνηση) προς τα μέσα, προς τον ιδρυματικό εγκλεισμό των προβλημάτων που θέτει ο ψυχικά πάσχων, διυποκειμενικών και κοινωνικών, δηλαδή, των αντιφάσεων που διαπερνούν και εκφράζονται στην ψυχική του οδύνη, η κίνηση της ευθύνης για την ψυχική υγεία της δοσμένης περιοχής είναι προς τα έξω, προς την επαναφορά και τον εμπλουτισμό.
Επομένως, η Τομεοποίηση δεν πρέπει να εννοηθεί και να υλοποιηθεί ως ένα είδος «διάχυσης» του (ειδικού, θεραπευτικού) ιδρύματος στην κοινότητα, με δηλωμένο στόχο (κυρίως ή και αποκλειστικό) την θεραπεία, αλλά αποτελεί μια υπόθεση, μια πρακτική, κοινωνικής ολοκλήρωσης και ενσωμάτωσης, με δυνατότητα χειραφέτησης, καθώς και αναγνώρισης της διαφορετικότητας και του δικαιώματός της να υπάρχει (11).
Συμπληρώθηκαν, φέτος, 30 χρόνια ψυχιατρικής (υποτίθεται) μεταρρύθμισης και ούτε καν η Τομεοποίηση των υπηρεσιών δεν έχει γίνει δυνατή. Δεν είναι ευθύνη απλώς των «από πάνω», αλλά πρωτίστως της ψυχιατρικής κοινότητας, που ουδέποτε πραγματικά δεν την επεδίωξε και ποτέ δεν την θεώρησε ως αναπόσπαστο, εκ των ουκ άνευ στοιχείο των θεραπευτικών πρακτικών της, έτσι ώστε να την επεξεργαστεί, να την διεκδικήσει και να προάγει, έως και να επιβάλει την εφαρμογή της.
Και φτάνουμε στο σημείο οι θερμόαιμοι ζηλωτές της Απονοσοκομειοποίησης και του βίαιου κλεισίματος του ψυχιατρείου να καταπιάνονται (την τελευταία στιγμή, ολίγον προ της, κατ΄ αυτούς, «ολοκλήρωσης» της «μεταρρύθμισης») και με την Τομεοποίηση, ως απάντηση στα αδιέξοδα της ψυχιατρικής εφημερίας του λεκανοπεδίου!!!
Το κυρίαρχο, ωστόσο, ζήτημα για την όποια εφαρμογή της Τομεοποίησης θα ήταν, πρώτα απ΄ όλα, η δημιουργία των όρων για τον μετασχηματισμό της κυρίαρχης ψυχιατρικής κουλτούρας και των συνδεδεμένων με αυτήν πρακτικών Σ΄ αυτή τη βάση θα μπορούσε άμεσα να προχωρήσει η εφαρμογή της, παίρνοντας ως αφετηρία για τον σχεδιασμό της, όπως είναι σήμερα η κατάσταση στο χώρο των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, τις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας (στα ψυχιατρεία και στα γενικά νοσοκομεία).
Για το λεκανοπέδιο, πχ, θα μπορούσε να μοιραστεί ο πληθυσμός του (ανά Δήμο ή ενότητες Δήμων) δια του αριθμού των μονάδων νοσηλείας (με το Αιγινήτειο να συμπεριλαμβάνεται με δυο κλινικές). Οι κλινικές στο Δαφνί και στο Δρομοκαϊτειο θα μπορούσαν, πριν καν συζητηθεί το όποιο θέμα μετακίνησής τους σε γενικό νοσοκομείο, ν΄ αρχίσουν να λειτουργούν τομεοποιημένα, παίρνοντας εισαγωγές από μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Το ίδιο και κάθε μια από τις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων. Θα μπορούσαν να τεθούν σε λειτουργία 2-3, επιπλέον, ψυχιατρικές κλινικές σε γενικά νοσοκομεία όπου υπάρχουν ψυχίατροι χωρίς να λειτουργεί κλινική, καθώς δεν έχει υπάρξει μέριμνα να βρεθούν χώροι, προσωπικό κλπ. Μ΄ αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να υπάρξουν, σε πρώτη φάση, ΤΟΨΥ των 150.000 περίπου κατοίκων. Φυσικά, ένας ΤΟΨΥ, προκειμένου οι υπηρεσίες του να είναι αποτελεσματικές και να μπορούν ν΄ ανταποκριθούν με ουσιαστικό τρόπο στα προτάγματα της κοινοτικής φροντίδας, δεν πρέπει, σύμφωνα με την διεθνή εμπειρία και τα επικρατούντα πρότυπα, να ξεπερνάει τους 100.000 κατοίκους.
Αυτός ο στόχος (ΤΟΨΥ των 100.00) θα πρέπει να τεθεί από την πρώτη στιγμή και να προγραμματιστεί, προκειμένου να επιτευχθεί στο άμεσο προσεχές μέλλον και οι ΤΟΨΥ πάνω από 100.000 κατοίκους να αντιμετωπιστούν ως μια πραγματικά προσωρινή και μεταβατική κατάσταση. .
Τομεοποίηση, φυσικά, σημαίνει όχι, για μιαν ακόμη φορά, απλή καταγραφή των τομέων επί χάρτου, αλλά άμεση, πρακτική εφαρμογή της, με έναρξη λειτουργίας όλων των υπηρεσιών στη βάση της ανάληψης της ευθύνης για απάντηση στις ανάγκες ψυχικής υγείας όλου του φάσματος του πληθυσμού μιας ορισμένης περιοχής.
Θα πρέπει, φυσικά, να ληφθούν υπόψιν και οι περιοχές που εξυπηρετούνται από Αθήνα και οποίες δεν έχουν καθόλου μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας. Οπου υπάρχουν ψυχιατρικές κλίνες, θα πρέπει ν΄ αξιοποιηθούν και ο πληθυσμός του νομού να κατευθύνεται σ΄ αυτές. Ενίοτε πρέπει, αν η μονάδα είναι "αδύναμη" (γιατροί, λοιπό προσωπικό) να ληφθεί πρόνοια να ενισχυθούν, διαφορετικά θα συνεχίσουν άσκοπα να υπολειτουργούν μεταφέροντας το βάρος στο κέντρο.
Οπου υπάρχει Κινητή Μονάδα, να αναλαμβάνει δέσμευση, πολύ συγκεκριμένη (στενή και θεσμοθετημένη συνεργασία Θεραπευτικής Ομάδας (Θ.Ο.) της ψυχιατρικής κλινικής και της Θ.Ο. της Κινητής Μονάδας), για την μετανοσοκομειακή παρακολούθηση/ στήριξη.
Θα χρειαστεί σίγουρα ένα σημαντικό χρονικό διάσημα για την εξοικείωση των υπηρεσιών και των θεραπευτικών ομάδων με τον νέο τρόπο λειτουργίας.
Και ταυτόχρονα, φυσικά, η δημιουργία ΚΨΥ ανά ΤΟΨΥ, διασυνδεδεμένου με τη μονάδα νοσηλείας και με όλο το δίκτυο των υπηρεσιών του τομέα προκειμένου να λειτουργήσει ως η βάση του συστήματος, ως ενός community based αντί ως ενός hospital based συστήματος.
Απέναντι σε όλα αυτά τα αυτονόητα για την όποια, έστω και εκ του μακρόθεν, αντίληψη του τι είναι ένα «κοινοτικά βασισμένο σύστημα ψυχικής υγείας», ακούσαμε από τους σήμερα κρατούντες στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και από τους εντεταλμένους για το βίαιο κλείσιμο διοικητικούς παράγοντες, την άκρως εσφαλμένη και καταστροφική αντίληψη που υποστηρίζει ότι το ΚΨΥ μπορεί να λειτουργεί και στιγματιστικά για τους ψυχικά πάσχοντες και ότι το ΠΕΔΥ μπορεί, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, ν΄ αντικαταστήσει τα ΚΨΥ!!!
Αφήνοντας στην άκρη τον σκιώδη, έως και ανυπόστατο, χαρακτήρα του υπάρχοντος ΠΕΔΥ ως ομοιώματος του συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι, ακόμα και στην περίπτωση που γινόταν δυνατό να δημιουργηθεί ένα πλήρες και ολοκληρωμένο σύστημα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, ο ρόλος και η λειτουργία του δεν θα μπορούσε να πάει πέρα από το να αποτελεί, όπως σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, έναν ηθμό, ή πύλη εισόδου, προς το σύστημα της Ψυχικής Υγείας.
Αυτός ο ηθμός, ή, κατ΄ άλλους, «φίλτρο» (που κατ΄ ουδένα τρόπο δεν αποτελεί υποκατάσταση του κοινοτικά βασισμένου συστήματος Ψυχικής Υγείας - όπως δείχνει το παράδειγμα της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων χωρών), απαιτεί να λειτουργήσει ένα πλήρες δίκτυο δημόσιων Κέντρων Υγείας (και/ή γενικών γιατρών) που θα λειτουργούν σε τομεοποιημένη βάση, σε συνεργασία με τις υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για την αναγκαία εποπτεία και συμβουλευτική. Είναι όμως σαφές ότι οι εντεταλμένοι για το βίαιο κλείσιμο του ψυχιατρείου δεν θέλουν ΚΨΥ, οδηγώντας μάλιστα τα υπάρχοντα σε περαιτέρω παρακμή, μαρασμό και κατάργηση. Αλλωστε, αυτό ακριβώς σημαίνει ο όρος «βίαιο κλείσιμο» : κλείσιμο ως κατάργηση, χωρίς, όπως προαναφέρθηκε, την δημιουργία των υπηρεσιών που τα υποκαθιστούν ολοκληρωμένα σε εναλλακτική, φυσικά, κατεύθυνση.
Πρέπει, τέλος, να είναι σαφές ότι το ΚΨΥ δεν είναι μια μονάδα που λειτουργεί απλώς σε πρωτοβάθμιο επίπεδο, αλλά, επίσης, σε δευτεροβάθμιο (προλαμβάνει νοσηλείες, με κατ΄ οίκον αντιμετώπιση υποτροπών, παρέμβαση στην κρίση κλπ και μπορεί να κάνει νοσηλείες) και τριτοβάθμιο (ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και στήριξη στον τόπο κατοικίας). Είναι αυτό που του δίνει τον ριζικά εναλλακτικό χαρακτήρα του απέναντι στο υπάρχον ιδρυματικό σύστημα.
Είναι, επομένως, η ολοκληρωμένη (comprehensive) λειτουργία του ΚΨΥ (ως βασικού άξονα του δικτύου των υπηρεσιών), που συνιστά τον πυρήνα και την πεμπτουσία της μεταρρύθμισης και όχι η μεταφορά της κλινικής του ψυχιατρείου στο γενικό νοσοκομείο - αναγκαία μεν, αλλά, πάντως, όχι πρώτης προτεραιότητας όταν δεν έχουν γίνει όλα τα άλλα. Η μεταφορά της ψυχιατρικής κλινικής στο γενικό νοσοκομείο είναι το επιστέγασμα του μετασχηματισμού και όχι η πρώτη του πράξη. Και μάλιστα βιαστικά, με προχειρότητα και τυχάρπαστα μέσα σε λίγους μήνες.
Αν, με δεδομένη την κατάσταση της Ψυχικής Υγείας που υπάρχει στην Ελλάδα (την κυρίαρχη ψυχιατρική κουλτούρα, την έλλειψη ψυχιατρικών κλινών κλπ), προηγηθεί η τελική φάση (η μεταφορά των κλινικών στα γενικά νοσοκομεία), όχι μόνο δεν θα έχει υπάρξει πραγματική μεταρρύθμιση του θεσμού, αλλά πλήθος ψυχικά πασχόντων θα έχουν χάσει οριστικά την όποια δυνατότητα και πιθανότητα εναλλακτικής, κοινοτικής στήριξης και φροντίδας, με πραγματική (και όχι κατ΄ όνομα) κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, μένοντας, έτσι, έρμαιοι και στο «δρόμο», θεραπευτικό ή και κυριολεκτικό.
Ενας πραγματικός μετασχηματισμός (Τομεοποίηση, ΚΨΥ κλπ) απαιτεί οικονομικούς πόρους για προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, (πέρα από τη στήριξη των θεραπευτικών προγραμμάτων και δραστηριοτήτων κοκ). Όχι μόνο για την αποτελεσματική λειτουργία των αναγκαίων κοινοτικών υπηρεσιών (για την πλήρη ανάπτυξη των οποίων το υπάρχον προσωπικό ουδόλως επαρκεί), αλλά και για την ίδια την καθημερινή λειτουργία, στο «εδώ και τώρα», του ΨΝΑ (όπως και των άλλων ψυχιατρείων). Για την αντιμετώπιση του αργού, καθημερινού, βασανιστικού του θανάτου. Αλλωστε, και η ίδια η Τομεοποίηση (χωρίς καν να μιλήσουμε για τις ανάγκες των ΚΨΥ) απαιτεί την καθημερινή εφημερία της κάθε ψυχιατρικής κλινικής. Ποια κλινική έχει το αναγκαίο ιατρικό προσωπικό για να το κάνει; Καμιά. Η Τομεοποίηση μπορεί να γίνει εδώ και τώρα, υπό την προϋπόθεση να μη σχεδιαστεί ερήμην των άμεσα ενδιαφερόμενων λειτουργών, αλλά προκειμένου να λειτουργήσει, προϋποθέτει τον αναγκαίο αριθμό προσλήψεων προσωπικού, πρωτίστως ιατρικού και νοσηλευτικού.
Αν ευοδώνονταν τα σχέδια των γνωστών και μη εξαιρετέων εντεταλμένων της τρόικας και της task force, που μέσα στην διάχυτη στην κοινωνία οδύνη, πολλές φορές ανεξέλεγκτη, που ζητά βοήθεια από τις όποιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, δεν βλέπουν παρά στατιστικά στοιχεία (κι΄ αυτά επιμελώς επεξεργασμένα για την εξυπηρέτηση των επιβεβλημένων στόχων), τότε στην 90στή επέτειο του ΨΝΑ, αυτό που θα άφηναν στη θέση του, θα ήταν το ψυχιατρείο των «ακαταλογίστων», το σήμα κατατεθέν της επικινδυνότητας, μιας κοινωνικής κατηγορίας που αποτέλεσε, ιστορικά, τον φέροντα οργανισμό της ψυχιατρικής από συστάσεως της, πριν από 200 χρόνια.
Είναι, φυσικά, μεγάλη η συζήτηση για το πώς κατασκευάζεται και πώς παράγεται η επικινδυνότητα, αν πρέπει να μιλάμε για επικίνδυνα άτομα ή για επικίνδυνες καταστάσεις και συνθήκες που οδηγούν στην επικίνδυνη πράξη. Αυτή η συζήτηση, όμως, είναι αναγκαία αν η αποδόμηση του ψυχιατρείου είναι επιθυμητή και, αν είναι επιθυμητή, η επικινδυνότητα είναι μια πυρηνική έννοια της ίδιας της σύστασης, της οργάνωσης, του τρόπου λειτουργίας και του μηνύματος που εκπέμπει το ψυχιατρείο. Μια πραγματική στροφή στην κοινότητα, ως άρνηση και ξεπέρασμα του ψυχιατρείου και του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος που είναι συνυφασμένο μαζί του, είναι συνδεδεμένη με την αποδόμηση όλων αυτών των εννοιών και πρακτικών και, μεταξύ αυτών, και αυτής της επικινδυνότητας. Με την ανάδειξη, ενάντια σε μιαν απλοποιητική, μονοδιάστατη αναγωγή της στο άτομο, της πολυπλοκότητάς της, του πολύπλευρου χαρακτήρα της και επομένως, της πολυπλοκότητας των απαντήσεων που απαιτεί η αντιμετώπισή της.
Είναι, επίσης, μεγάλη η συζήτηση για το τι θα γίνει με τους εγκλείστους του άρθρου 69 ΠΚ και ποια είναι η δέουσα αντιμετώπισή τους. Η εύκολη απάντηση είναι το ‘δικαστικό ψυχιατρείο’. Μια πιο δύσκολη και περισσότερο ψαγμένη απάντηση απαιτεί μια μεγάλη συζήτηση και όχι βιαστικές αποφάσεις. Στις οποίες πιθανολογείται και μια ένθεν κακείθεν ομόφωνη στάση. Η διεθνής εμπειρία επ΄ αυτού πρέπει ιδιαίτερα να διερευνηθεί και να εξεταστεί. Το ‘δικαστικό ψυχιατρείο’ που έχουν στα σκαριά, θα μοιάζει πολύ με την «Αγία Ελεούσα» των αρχών του περασμένου αιώνα, τον πρόδρομο του «Δαφνιού». Το να μη μοιάζει, θα είναι μια υπόσχεση που δεν θα τηρηθεί, αν κρίνουμε από την Αμυγδαλέζα και την κατάσταση στις φυλακές όλης της χώρας, μεταξύ άλλων και στο ψυχιατρείο του Κορυδαλλού.
Αλλά κι΄ αν δεν μοιάζει, αν τηρηθούν για λίγο τα προσχήματα, η λειτουργία που θα επιτελεί, θα είναι όπως αυτή της «Αγίας Ελεούσας». Με όποια φραστικά περιτυλίγματα και αν παρουσιαστεί – που θα είναι αντίστοιχης ακρίβειας και αξιοπιστίας με τις διακηρύξεις του Υπουργείου και της Διοίκησης του ΨΝΑ για την «ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» με την μεταφορά των κλινικών στα γενικά νοσοκομεία, για την «προάσπιση των δικαιωμάτων ψυχικά ασθενών» και για την «καταπολέμηση του στίγματος».

16/11/2014


Σημειώσεις:

*Πιο συγκεκριμένα, η πρόταση διαμορφωνόταν ως εξής: «Σ΄ αυτή τη βάση, στη
λογική της μετάβασης, που πρέπει να λάβει υπ΄ όψιν της την υπάρχουσα κατάσταση και κουλτούρα, μπορούμε να μιλάμε, πχ, για σχεδιασμό (10-12) τμημάτων, που θα διαθέτουν : μονάδα νοσηλείας 15-20 κλινών, που θα λειτουργεί σε τομεοποιημένη βάση (εξυπακούεται η θεσμοθέτηση της Τομεοποίησης, με την οποία πρέπει να συνδεθεί η επανέναρξη λειτουργίας του ΨΝΑ) και θ΄ αποτελεί μέρος ενός δικτύου υπηρεσιών (ΚΨΥ, ξενώνες, διαμερίσματα, μονάδες κατάρτισης / απασχόλησης κλπ), που θα πρέπει, είτε (κυρίως) ν΄ αναπτυχθούν από το ίδιο το ΨΝΑ (ως μετασχηματισμός των υπαρχόντων υπηρεσιών του), είτε (σε ορισμένες περιπτώσεις) να διασυνδεθούν και συναρθρωθούν λειτουργικά με αντίστοιχες υπάρχουσες κοινοτικές, εκτός ψυχιατρείου, υπηρεσίες (σ΄ ένα επόμενο στάδιο θα μπορούσε να εξετασθεί η μεταφορά των κλινών ορισμένων - ή και όλων των - τμημάτων μέσα στην κοινότητα, στην περιοχή του Τομέα ευθύνης). Κάθε τμήμα θα πρέπει, από την αρχή, να διαθέτει ένα μεταβατικό ξενώνα, που θα φιλοξενεί όσους δεν μπορούν, για οποιοδήποτε λόγο, μετά την πάροδο της «κρίσης», να ζήσουν στο δικό τους σπίτι, έτσι ώστε να εμποδιστεί η χρόνια παραμονή στο ψυχιατρείο» (6).



Βιβλιογραφικές αναφορές

1.Βλ. σχετικά τα κείμενα των Δ.Ι. Κυρτάτα («Από το τραύμα στην είδηση») και Σ.Ι. Ράγκου («Πώς έμαθαν οι Αθηναίοι για την καταστροφή στη Σικελία»), στην έκδοση της «Νέας Σκηνής» για την θεατρική παράσταση «Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ, 2009.
2.Επετηρίς Κρατικού Θεραπευτηρίου Ψυχικών Παθήσεων Αθηνών 1969 –Ι. Δάρα (από την ομιλία του καθηγητή Νευρολογίας και Ψυχιατρικής του Παν. Αθηνών Γ. Παμπούκη, σε συνεδρίαση του ΔΣ για την ίδρυση του Δημόσιου Ψυχιατρείου. Αναφέρεται στο Κ. Μάτσα : «Δαφνί : το μεγάλο άσυλο-ανιχνεύοντας την ιστορία του», Τετράδια Ψυχιατρικής, Νο 2, 1984.
3.οππ.
4.Κ. Φιλανδριανού : «Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών», Αθήνα 1977. Αναφέρεται στο Κ. Μάτσα, οππ.
5.Θ. Μεγαλοοικονόμου : «Βασικά προαπαιτούμενα για ένα σχεδιασμό της μετάβασης στο ‘μελλοντικό ΨΝΑ’», 9/7/2000. Επίσης : “Θέσεις για την κρίση στο ΨΝΑ», 1999, «Σεισμός, ΨΝΑ και Αποδρυματοποίηση», 15/9/1999.
6.οππ.
7.Franco Rotelli, Ota De Leonardis, Diana Mauri : “Deistituzionalizzazione, un altra via”, στο Salute Mentale, pragmatica e complessita”, έκδοση του “Per la Salute Mentale”, Τεργέστη, 1992
8.Gilles Deleuze: “Foucault”, Milano, 1987.
9.Roberto Mezzina: ”Criteri e logiche di intervento nella pratica terapeutica territoriale”, στο Salute Mentale, pragmatica e complessita”, οππ.
10.οππ.
11.οππ.


16/11/2014

Θ. Μεγαλοοικονόμου