Συσπειρωση

Συσπειρωση

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΨΥΧΑΤΡΙΚΗΣ Σ΄ ΕΝΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΒΙΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΣΕ ‘ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΕΝΑ’ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ




Ο τίτλος της σημερινής ημερίδας θα μπορούσε να είναι και ο προαναφερόμενος, αν θέλουμε να μείνουμε, για μια και μόνο φορά, στην πραγματικότητα που βιώνουμε καθημερινά άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, οικογένειες, λειτουργοί ψυχικής υγείας, και γενικά, κοινωνικά στρώματα, όλο και πιο πλατιά, σε απόγνωση από την αφόρητη πίεση που ασκεί στο όλο της ύπαρξής τους η ραγδαία πτωχοποίησή τους που επιβάλλεται από τις ασκούμενες πολιτικές.
Ζούμε σήμερα σε μια κατάσταση όπου, όπως εδώ και χρόνια, οι ασκούμενες πολιτικές στην Ψυχική Υγεία έχουν αναχθεί στην απλή εκφορά λέξεων, οι οποίες, ακόμα και ως λέξεις, έχουν καταντήσει να σηματοδοτούν πράγματα διαμετρικά αντίθετα από αυτά που υποτίθεται ότι κάποτε εξέφραζαν.
Ποιες είναι οι κοινοτικές υπηρεσίες που υποτίθεται ότι αποτελούν το αποκαλούμενο «περιβάλλον» των ψυχιατρείων (ή, αν θέλετε, και των ψυχιατρικών τμημάτων των γενικών νοσοκομείων); Αφήνοντας ασχολίαστη τη λέξη «περιβάλλον», να θέσουμε τα εξής ερωτήματα:
Ποιες και πόσες κοινοτικές υπηρεσίες υπάρχουν; Και πώς λειτουργούν οι ελάχιστες που υπάρχουν; ‘Εχει η λειτουργία τους την όποια σχέση με αυτό που αποκαλείται «ολοκληρωμένη κοινοτική παρέμβαση», ή είναι απλώς εξωτερικά ιατρεία που λειτουργούν στη βάση της επιλογής των θεωρούμενων ως «εύκολων» περιστατικών και του αποκλεισμού των πιο πολύπλοκων με τον εγκλεισμό και την ανάθεσή τους στις δομές του «σκληρού ιδρυματισμού»; Υπάρχει, έστω και κατ΄ ελάχιστον, η κατ΄ οίκον φροντίδα και στήριξη; Και είναι αλήθεια ότι, ακόμα και για το «εύκολο περιστατικό», το ραντεβού σε μια από αυτές τις κοινοτικές υπηρεσίες ορίζεται για μετά από τρεις μήνες, έως και ένα χρόνο; Ποιον ενδιαφέρει ο κατακερματισμός των υπηρεσιών, η απουσία έστω και της παραμικρής διασύνδεσης μεταξύ τους, η ανεξέλεγκτη λειτουργία των κινητών μονάδων των ΜΚΟ;
Μιλάτε για «ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» και δεν κάνετε το παραμικρό βήμα ούτε καν για μιαν από τις εκ των ουκ άνευ παραμέτρους της, που είναι η πολύπαθη τομεοποίηση. Που εδώ και τριάντα χρόνια υποτιθέμενης «μεταρρύθμισης» ακούγεται μόνο ως λέξη και που η παρούσα ηγεσία του Υπουργείου την ανήγαγε σε «διοικητική μεταρρύθμιση», η οποία αποτέλεσε μιαν ακόμα  «εργοθεραπευτική» δραστηριότητα των συμβούλων και επιτροπών της ψυχικής υγείας παρά ένα σχεδιασμό με το στοιχειώδες, έστω, πρακτικό αντίκρισμα. Γιατί δεν εφαρμόζετε την τομεοποίηση; Αλλά, ακόμα και αν την εφαρμόζατε, τι θα ήταν για σας τομεοποίηση; Οι γιγαντοτομείς των 300 και 500 χιλιάδων κατοίκων; Μέσα σ΄ αυτό το προαναφερθέν «περιβάλλον» της «κοινοτικής ψυχιατρικής», μιλάτε όχι για κατάργηση, αλλά για «μετασχηματισμό» των ψυχιατρείων. Και τι εννοείτε μ΄ αυτό; Το ποσοστό του 60-65% των ακούσιων εισαγωγών; Την εσαεί πληθώρα των ράντζων; Την αδιαπραγμάτευτη και ανεξέλεγκτη εφαρμογή των μηχανικών καθηλώσεων, εξίσου στα ψυχιατρεία και στα γενικά νοσοκομεία (με τους θανάτους που προκαλούνται από αυτές) και γενικά την κλιμακούμενη ιδρυματική βία; Την διαρκή παραβίαση, που έχει γίνει κανόνας, των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, τόσο στη διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας, όσο και στη διάρκεια της νοσηλείας - και φυσικά, στις διαδικασίες της δικαστικής συμπαράστασης και γενικά, σε ό,τι τους αφορά; Τον «θεραπευτικό» μονόδρομο του ψυχοφαρμάκου και την ανεξέλεγκτη χειραγώγηση της πλειονότητας της ψυχιατρικής κοινότητας από τις φαρμακευτικές εταιρείες; Την δραματική υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση
των υπηρεσιών;
Αν η παρούσα κυβέρνηση έχει πάρει διορία μέχρι το 2020 για να επιτελέσει αυτό που δεν πρόλαβε ο πάλαι ποτέ (κολλητός του Αδωνη) Π. Θεοδωράκης, δηλαδή το «βίαιο κλείσιμο», πώς αυτό δεν θα είναι «κατάργηση» και θα είναι «μετασχηματισμός» αν δεν έχει γίνει το ολοκληρωμένο δίκτυο κοινοτικών υπηρεσιών, εναλλακτικών στον εγκλεισμό;
Και τι πάει να πει «μετασχηματισμός»; Ότι το ψυχιατρείο μένει, αλλά «εξωραϊσμένο»; Ο μετασχηματισμός ήταν πάντα μια στιγμή στην διαδικασία της Αποϊδρυματοποίησης και του ξεπεράσματος του ψυχιατρείου. Σήμαινε  (κάποτε) την βαθμιαία εισαγωγή μιας εναλλακτικής «κουλτούρας και πρακτικής», την κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων, ανοικτές πόρτες, την κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού, την ισοτιμία στη σχέση με τον ψυχικά πάσχοντα, τη μετάβαση έξω από το άσυλο και την έμπρακτη, υλική στήριξη, για μια ζωή με αξιοπρέπεια και πλήρη δικαιώματα μέσα στον κοινωνικό ιστό.
Ή μήπως έχουμε και εδώ κάτι αντίστοιχο με το «όχι/ναι» στα μνημόνια, δηλαδή, «όχι/ναι» στα ψυχιατρεία;
Είναι σαφές ότι το «ναι στα ψυχιατρεία», και προπαντός στις λογικές και τις πρακτικές που διέπουν την ιδρυματική/κατασταλτική λειτουργία τους και την κοινωνική τους αποστολή του κοινωνικού ελέγχου, αποτελεί την αμετάκλητη επιλογή όχι μόνο της πλειονότητας της ψυχιατρικής κοινότητας, αλλά και της επίσημης πολιτικής, που σ΄ ένα και μόνο πράγμα έχει δείξει ότι έχει την κατάλληλη τεχνογνωσία, αποτελεσματικότητα και συνέπεια : στο πώς να μεταλλάσσει το όχι σε ναι. Αν υπήρχε στις κυρίαρχες προθέσεις έστω και το ελάχιστο «όχι», αυτό θα φαινόταν στην (καθημερινή) πράξη… και δεν φαίνεται πουθενά.
Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, και ως συμβολική έκφρασή τους, δεν είναι τυχαίο ότι για μια ημερίδα με θεματικές τον «μετασχηματισμό» και την «κοινοτική ψυχιατρική», ο χώρος που επελέγη ως το καθ΄ όλα «κοινοτικό περιβάλλον» για την διεξαγωγή της, είναι στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού, μέσα στο ίδιο το Υπουργείο. Κι΄ ακόμα, ότι όλοι οι ομιλητές είναι ψυχίατροι, ενώ για τους «ασθενείς, συλλόγους εργαζομένων και φορείς», παρέχεται λίγη ώρα, στο τέλος, απλώς για «παρεμβάσεις» - ως εορταστικό περιτύλιγμα της εσαεί αδιαφιλονίκητης εξουσίας των «μοναδικών κατόχων της αλήθειας», που θα έχουν ήδη πει και αναλύσει (δηλαδή, αποφασίσει) αυτό που πρέπει να γίνει...


18/12/2017

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ


ΝΕΡΟ ΣΤΟ ΜΥΛΟ ΤΟΥ «ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΥ ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΗ» ΡΙΧΝΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΑ «ΜΕΤΡΑ ΘΕΡΑΠΈΙΑΣ» ΤΩΝ «ΑΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΩΝ»



Το δρόμο προς ψήφιση από τη Βουλή έχει πάρει το σχέδιο νόμου που τιτλοφορείται «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής», μέσα σ΄ ένα, όπως, πλέον, έχει γίνει κανόνας, «νομοσχέδιο σκούπα».
Πέρα από μια κάποια φραστική επεξεργασία, η μόνη αλλαγή, σε σχέση με τη μορφή με την οποία αυτό το σχέδιο νόμου είχε δημοσιευτεί και αναρτηθεί πριν δέκα περίπου μήνες, είναι αυτή που αφορά τη δυνατότητα, που προβλεπόταν, να μπορεί να γίνεται στείρωση και λοβοτομή σε ασθενείς που θα ήταν ικανοί να δώσουν «ελεύθερη συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης». Τώρα αυτή η φράση σβήστηκε και απλώς αναφέρεται ότι στείρωση και λοβοτομή, καθώς και όποια άλλη θεραπεία προκαλεί μη αναστρέψιμες καταστάσεις στην υγεία του ασθενούς, απαγορεύονται. Βέβαια παραμένει το γεγονός  ότι, ακόμα κι΄ αν σβήστηκε (λόγω της κριτικής που ήδη είχε διατυπωθεί, καθώς και της περαιτέρω κατακραυγής που ήταν αναμενόμενη), παραμένει, κατ΄ αρχήν, το γεγονός ότι «γράφτηκε». Κι΄ ακόμα ότι, μια σειρά από «θεραπείες», όπως το ηλεκτροσόκ και η καθημερινή αλόγιστη χορήγηση ψυχοφαρμάκων σε υψηλές δοσολογίες (πολύ πέραν των αναγραφομένων ανωτάτων ορίων) δεν φαίνεται να εμπίπτουν σ΄ αυτό που λεκτικά αναφέρεται ως «και άλλες ανάλογες επεμβάσεις ή θεραπείες οι οποίες προκαλούν μη αναστρέψιμες καταστάσεις», οι οποίες «απαγορεύονται».
Οπως είχαμε ήδη επισημάνει, το νομοσχέδιο εισάγει κάποιες διατάξεις που επιτρέπουν πράγματα αυτονόητα για την θεραπεία, τα οποία μέχρι τώρα απαγορεύονταν, όπως οι θεραπευτικές άδειες, η διαμονή σε εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή, ή ακόμα και η κατ΄ οίκον με παρακολούθηση από υπηρεσία ψυχικής υγείας. Πράγματα που, ωστόσο, ιδιαίτερα τα δυο πρώτα, ήδη γίνονταν από τους θεράποντες - και άδειες δίνονταν και αρκετοί από τους ασθενείς με το καθεστώς του αρ. 69 ΠΚ διέμεναν, εδώ και χρόνια, σε οικοτροφεία.
Χωρίς να υποτιμάει κανείς το γεγονός ότι αυτά τώρα θα γίνονται νόμιμα (χωρίς, δηλαδή, να επικρέμαται η απειλή δίωξης για «παράβαση καθήκοντος»), ωστόσο οι διατάξεις αυτές μετατρέπονται σε προπέτασμα καπνού για την θεσμοθέτηση του «ειδικού τμήματος ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου», ενός περίκλειστου τμήματος γι΄ αυτούς που κρίνονται ως οι πιο «επικίνδυνοι». Ως ενός ψυχιατρο-σωφρονιστικού θεσμού («δικαστικού ψυχιατρείου») που, ενώ η σύστασή του (στελέχωση, τρόπος λειτουργίας κλπ) θα γίνει με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Υγείας, θα ανήκει στο δημόσιο, ψυχιατρείο ή γενικό νοσοκομείο - θα αποτελεί τμήμα του. Δηλαδή, παρά το «ειδικό» καθεστώς του, θα είναι μέρος της συνολικής δομής και λειτουργίας του ιδρύματος - οι άδειες, πχ, των εκεί νοσηλευόμενων/κρατούμενων ασθενών θα υπογράφονται, όπως αναφέρεται, και από τον Διοικητή της μονάδας, δηλαδή του ψυχιατρείου (ή του γενικού νοσοκομείου). Πράγμα που σημαίνει ότι, εκτός από ένας άκρως αντιθεραπευτικός (ως εκ της σύστασής του) χώρος για τους ασθενείς του αρ. 69 ΠΚ, θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί, στο μέλλον, όσες διαβεβαιώσεις και αν δοθούν, και για τους θεωρούμενους (και κατασκευαζόμενους) ως «δύσκολους» ασθενείς του ψυχιατρείου, ή γενικά τους «ανεπιθύμητους» νοσηλευόμενους στα «κανονικά» ψυχιατρικά τμήματα (γιατί, όπως πάντα, «δεν θα μπορεί να γίνει αλλιώς»).
Προφανώς, η σύσταση των «ειδικών» τμημάτων «εντός» ή «εκτός» του ψυχιατρείου δεν αλλάζει σε τίποτα την ουσία του ζητήματος. Απλώς το «εντός» κάνει πιο εύκολη την ανεύρεση άδειων χώρων στα συρρικνωμένα ψυχιατρεία για την χρησιμοποίησή τους για τον εγκλεισμό των «ακαταλόγιστων», καθώς και την διασταλτική χρησιμοποίησή τους και για «άλλους επικίνδυνους». Υπάρχουν, άλλωστε, διεθνή παραδείγματα, τα οποία, ως συνήθως εισάγονται και αντιγράφονται, όπως, πχ, αυτό της Μ. Βρετανίας, όπου τα «ειδικά» ψυχιατρεία χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια για τον εγκλεισμό των πάσης φύσης «επικίνδυνων», χωρίς να έχουν διαπράξει παραβατική πράξη.
Να θυμίσουμε, εν προκειμένω, ότι ένα αντίστοιχο τμήμα στο ΨΝΑ, ένα τμήμα/ αποθήκη των «ακαταλόγιστων», χωρίς την όποια θεσμική συγκρότηση, είχε κλείσει το 1987 μετά από κινητοποίηση γιατρών και προσωπικού εξαιτίας των άθλιων συνθηκών και των απερίγραπτα κατασταλτικών πρακτικών που ασκούνταν στους εκεί έγκλειστους. Τώρα, τριάντα χρόνια μετά, αναβιώνει κάτι ανάλογο, αλλά με θεσμική συγκρότηση (!).
Γιατί αυτό που κάνει αυτό το σχέδιο νόμου δεν είναι παρά να θεσμοθετεί, με καθυστέρηση δεκαετιών, το «δικαστικό ψυχιατρείο» (κάτι που δεν είχε προλάβει, ή καταφέρει, να εισαχθεί σ΄ αυτή τη χώρα), όταν αυτό έχει μπει σε κρίση και αμφισβήτηση σε πολλές χώρες, καθώς η εκ της συστάσεώς του λειτουργία και αποστολή του ως ενός ακραιφνώς φυλακτικού ιδρύματος, από τη μια, έχει δείξει τον άκρως αντιθεραπευτικό του χαρακτήρα, ενώ, από την άλλη, η κατασταλτική του λειτουργία έχει πάρει ακραίες μορφές : μια λειτουργία «προστατευτικού φρουρίου» των κατεστημένων κοινωνικών σχέσεων απέναντι στην ποικίλης προέλευσης κοινωνική «επικινδυνότητα», στη θέση των καταργημένων ή συρρικνωμένων ψυχιατρείων.
Ανακυκλώνοντας την φυλακτική/κατασταλτική λειτουργία πίσω από μια επίπλαστη, εκσυγχρονιστικού χαρακτήρα αφήγηση, το «μέτρο ασφαλείας» (ή φύλαξης) μετονομάζεται σε «μέτρο θεραπείας». Ο ίδιος ο όρος «μέτρο» ακυρώνει την θεραπευτική λογική, η οποία δεν μπορεί να είναι «μέτρο». Αυτό φαίνεται και από την πρόβλεψη ότι για όσους έχουν διαπράξει κακούργημα το «μέτρο» μπορεί να διαρκεί μέχρι πέντε χρόνια (όριο που, όπως αναφέρεται, μπορεί ν’ ανανεώνεται ξανά και ξανά), ενώ για όσους έχουν διαπράξει πλημμέλημα, μέχρι τα δυο χρόνια. Ανεξάρτητα αν προβλέπεται ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να γίνει άρση του «μέτρου», αν και όταν κριθεί ότι δεν συντρέχουν, πλέον, οι λόγοι επιβολής του (αυτό, άλλωστε, υπάρχει και στις προβλέψεις του μέχρι τώρα ισχύοντος νόμου), το ίδιο το γεγονός ότι εισάγεται μια διαβάθμιση της παραβατικής πράξης και της αντίστοιχης ανώτατης διάρκειας του «μέτρου» για άτομο που, ωστόσο, έχει κριθεί «ακαταλόγιστο» - και που έχει, επομένως, ανάγκη θεραπείας και όχι κράτησης - δείχνει πώς η έννοια της ποινής εισάγεται πλαγίως σ΄ αυτό που πλασάρεται ως θεραπεία. Γιατί, φυσικά, δεν υπάρχει μια γραμμική αντιστοίχηση της σοβαρότητας της πράξης και της «βαρύτητας της νόσου». Η έννοια «θεραπεία» αναφέρεται στη «νόσο» και όχι στην παραβατική πράξη. Μια «σοβαρή νόσος» μπορεί να έχει οδηγήσει σε μια πλημμεληματική πράξη και μια πιο «ήπια» νόσος» (ή μια «σοβαρή νόσος» που ακολουθείται από ταχεία ανάρρωση) σε μια κακουργηματική πράξη. Οπως έχει δείξει η εμπειρία, τα όποια διφορούμενα αυτού του είδους δεν κάνουν άλλο από το να τροφοδοτούν πιο πολύ τους αυτοματισμούς του εσαεί παρατεινόμενου εγκλεισμού παρά την άρση του.
Το «μέτρο θεραπείας» προβλέπεται να μπορεί να εκτελεστεί, εκτός από το «ειδικό τμήμα», σε κανονικό τμήμα ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, ή, μέσω της υποχρεωτικής  θεραπείας, από Κέντρο Ψυχικής Υγείας, ή με παρακολούθηση από εξωτερικά ιατρεία ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, σε μια λογική «διαβαθμισμένης επικινδυνότητας». Το ερώτημα, εν προκειμένω, είναι γιατί θα πρέπει να τελείται το «μέτρο θεραπείας» σε κανονικό ψυχιατρικό τμήμα πέραν  του χρόνου μιας κανονικής νοσηλείας, που απαιτείται για την θεραπεία του ασθενή; Γιατί θα πρέπει να παραμείνει ένας «ακαταλόγιστος» για απροσδιόριστη περίοδο χρόνου (πολύ πέραν του αναγκαίου για την θεραπεία/ανάρρωση, μέχρι να αποφασιστεί η άρση του «μέτρου θεραπείας») σ΄ ένα ψυχιατρικό τμήμα που αποστολή του είναι η νοσηλεία και θεραπεία και όχι η υλοποίηση του όποιου «μέτρου θεραπείας» (ασφαλείας) - όπως, δηλαδή, έχει καταντήσει να γίνεται σήμερα;
Στην περιγραφή του «μέτρου» που αφορά την υποχρεωτική θεραπεία δεν αναφέρεται  η αναγραφόμενη σε άλλη παράγραφο δυνατότητα διαμονής σε εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή, ενώ η απλή αναφορά σε παρακολούθηση από εξωτερικά ιατρεία, Κέντρα Ψυχικής Υγείας ή από τις Κινητές Μονάδες (ως επί το πλείστον των ΜΚΟ) ανά την επικράτεια είναι έωλη, καθώς τα εξωτερικά ιατρεία, αδυνατούν, εκ της φύσης τους, να προσφέρουν την κατάλληλη, ολοκληρωμένη φροντίδα, τα ΚΨΥ είναι ελάχιστα, υποστελεχωμένα και λειτουργούν σαν εξωτερικά ιατρεία, ενώ η κάλυψη που παρέχουν οι κινητές Μονάδες των ΜΚΟ είναι ως επί το πλείστον επιδερμική, αναξιόπιστη και αυτοαναφορική, χωρίς ουσιαστική διασύνδεση με το σύστημα των υπηρεσιών
Τα πιο σκληρά και «κλειστού» χαρακτήρα μέτρα μπορεί μεν να αντικαθίστανται από τα πιο «ανοικτά», αλλά οι όροι και οι διαδικασίες έγκεινται στην υποκειμενική κρίση του εκάστοτε ψυχιάτρου, με την «επικινδυνότητα», αν και αποφεύγεται, για λόγους «βιτρίνας»,  ν΄ αναφερθεί λεκτικά, να αποτελεί τον κατευθυντήριο άξονα της όποιας απόφασης για την επιβολή του όποιου «μέτρου», καθώς «το δικαστήριο διατάσει το κατάλληλο για την θεραπεία του ‘μέτρο’, εφόσον κρίνει ότι, εξαιτίας της κατάστασής του, υπάρχει κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης κίνδυνος, αν αφεθεί ελεύθερος, να τελέσει και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα». Αυτή η πιθανότητα διάπραξης «και άλλων τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλημάτων» διατρέχει όλο το νομοσχέδιο και ιδιαίτερα στις διατάξεις που αφορούν την δυνατότητα που δίδεται για αντικατάσταση ενός «κλειστού» με ένα άλλο πιο «ανοικτό» μέτρο. Πώς αλλιώς, όμως, ορίζουν τα διάφορα σχετικά εγχειρίδια την «επικινδυνότητα», αν όχι ως την «πιθανότητα διάπραξης» μιας εγκληματικής πράξης; Μια πιθανότητα, βέβαια, που πάντα αφορά το άτομο και όχι μια «κατάσταση», μια συνθήκη, στη βάση μιας κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Το αιώνιο ερώτημα των δικαστών, όταν τους ζητείται να αρθεί το άρθρο 69 για κάποιον ασθενή, είναι πάντα : «Κι΄ αν το ξανακάνει; Μπορείτε να εγγυηθείτε γι΄ αυτό;… Θα παίρνει τα φάρμακά του;» κοκ. Μάλιστα, ένα από τα συνήθη ερωτήματα των δικαστών για να δεχτούν το αίτημα άρσης του αρ. 69 ΠΚ είναι αν ο ασθενής έχει οικογένεια, περνάει, στο παρόν νομοσχέδιο, σαν ένας από τους ρυθμιστικούς παράγοντες στην εξέταση του αιτήματος για «αντικατάσταση ή άρση των θεραπευτικών μέτρων», δηλαδή, «η ύπαρξη κατάλληλου υποστηρικτικού ή άλλου περιβάλλοντος». Επιβεβαιώνοντας για μιαν ακόμη φορά ότι, αν δεν υπάρχει οικογένεια, άλλα κοινωνικά στηρίγματα δεν παρέχονται και δεν προβλέπονται. Με αποτέλεσμα να δυσκολεύει η άρση, ή ακόμα και η αντικατάσταση του πιο «κλειστού» με το πιο «ανοικτό μέτρο»
Μια σειρά από προβλέψεις του νομοσχέδιου έρχονται να επιβεβαιώσουν τον κατασταλτικό χαρακτήρα των ρυθμίσεων που εισάγονται με το περιτύλιγμα ενός  επίπλαστου θεραπευτικού προσανατολισμού. Για πρώτη φορά σε νόμο του κράτους καθαγιάζεται η χρήση της απομόνωσης και των μηχανικών καθηλώσεων,  βάρβαρων και τραυματικών μέσων καταστολής της ψυχοκινητικής ανησυχίας (ή και απλώς της μη υπακοής και συμμόρφωσης στην πειθαρχία του ιδρύματος) λόγω αναπάντητων αναγκών και βάναυσης μεταχείρισης μέσα από τις διαδοχικές αναπομπές και απορρίψεις από τους ποικίλους κοινωνικούς θεσμούς. Η επίκληση των όποιων πρωτοκόλλων είναι απλώς ένα ακόμα πρόσχημα καθώς είναι παγκοίνως γνωστό ότι  η όποια απόφαση για μηχανική καθήλωση δεν στηρίζεται ποτέ σε κάποιο πρωτόκολλο (που χρησιμοποιείται απλώς ως πρόσχημα και άλλοθι), αλλά στην υποκειμενική κρίση του εκάστοτε ψυχιάτρου, ή και νοσηλευτή. Με τραγικές και θανατηφόρες συνέπειες στη ζωή των ασθενών, των οποίων η αιτία θανάτου, δηλαδή η καθήλωση, αποκρύπτεται και αποδίδεται σε άλλους λόγους.
Κι΄ ακόμα, η στελέχωση του «ειδικού τμήματος», πέραν του ιατρικού, του νοσηλευτικού κλπ προσωπικού, και με φύλακες – κανονική φυλακή δηλαδή-αλλά και με διοικητικούς υπαλλήλους, που σημαίνει ότι ο μικρός αριθμός κλινών (χωρίς να τον προσδιορίζουν) που επαγγέλλονται για το «ειδικό τμήμα», μπορεί να καταλήξει να έχει απροσδιόριστα μεγάλες διαστάσεις, όπως και ο αριθμός των «ειδικών τμημάτων» ανά τη χώρα, που, επίσης, δεν προσδιορίζεται.
Ανακυκλώνοντας και παγιώνοντας την κατασταλτική διαχείριση, το νομοσχέδιο δεν τολμάει, φυσικά, ν΄ αγγίξει την ουσία του ζητήματος των λεγόμενων «ακαταλόγιστων»: ν΄ αμφισβητήσει, δηλαδή, την ίδια την έννοια του «ακαταλόγιστου» ως μορφή απο-υποκειμενοποίησης και πραγμοποίησης του  ψυχικά πάσχοντος δράστη, στη λογική που η κυρίαρχη ψυχιατρική απονοηματοδοτεί τον λόγο του ψυχικά πάσχοντα και αποϊστορικοποιεί την ύπαρξή του, μετατρέποντας τον όποιο λόγο και πράξη του σε συμπτώματα, σε αφηρημένα σημεία και διαγνωστικές κατηγορίες.
Αμφισβήτηση του «ακαταλόγιστου» θα συνεπαγόταν τη περαιτέρω αμφισβήτηση, σε θεσμικό επίπεδο, των κατεστημένων νομικών/ποινικών ρυθμίσεων, προς μια ριζικά εναλλακτική προσέγγιση (την μόνη που μπορεί ν΄ αλλάξει την υπάρχουσα κατάσταση αντί να την ανακυκλώνει). Μέσω της θεσμοθέτησης, πχ, του μερικού καταλογισμού (με όλα τα ελαφρυντικά που, μεταξύ άλλων, παρέχει η  «ψυχική νόσος» και η ουσιαστική διερεύνηση των κοινωνικά αλληλεπιδραστικών συνθηκών, εντός των οποίων προέκυψε το συμβάν) και της επιβολής εναλλακτικών ποινών, εκτός φυλακής, καθώς και της παροχής της αναγκαίας θεραπείας, για όσο χρόνο χρειαστεί, σε κατάλληλη θεραπευτική μονάδα, ή κατ΄ οίκον. Με ταυτόχρονη την όποια αναγκαία ψυχοκοινωνική στήριξη του ατόμου για επανένταξη στον κοινωνικό ιστό.  
Προφανώς, μια τέτοια συζήτηση, ιδιαίτερα όταν αναφέρεται στις προθέσεις και τις πολιτικές επιδιώξεις των κρατούντων στην Ελλάδα και διεθνώς, φαίνεται να είναι «εκτός εποχής». Μιας εποχής οικονομικής κρίσης, μαζικής φτωχοποίησης, ραγδαίας ιδιωτικοποίησης των πάντων, κατάρρευσης του «κράτους πρόνοιας» και μετατόπισης των κυρίαρχων θεσμών προς πολιτικές μιας όλο και πιο κατασταλτικής διαχείρισης των όποιων κοινωνικών αντιστάσεων προκαλεί η παρούσα κρίση. Αλλωστε, για την παρούσα κυβέρνηση, το νομοσχέδιο αυτό, του οποίου διάφοροι καλοθελητές σπεύδουν να σερβίρουν τα  «θετικά» στοιχεία, δεν είναι παρά ένα αναγκαίο, γι΄ αυτούς, βήμα στην πορεία για το κλείσιμο/κατάργηση των εναπομεινάντων ψυχιατρείων, κλείσιμο για το οποίο έχουν πάρει διορία από τις Βρυξέλες μέχρι το 2020 - μια διαχειριστική κίνηση, προετοιμασία προς αυτή την κατεύθυνση
Δεν παύει, ωστόσο, η αναζήτηση, η επεξεργασία και η διεκδίκηση των ριζικά εναλλακτικών προσεγγίσεων, των μόνων που μπορεί να έχουν έναν πραγματικά χειραφετητικό χαρακτήρα, ν΄ αποτελούν τον μόνο τρόπο μέσα από τον οποίο μπορεί ν΄ ανοίξουν δρόμοι, καταστάσεις, ανατροπές, όπου θα μπορέσουν να βρουν πραγματικό χώρο έκφρασης, αλλά και ουσιαστικές, υλικές απαντήσεις οι πολύπλοκες και μέχρι τώρα αναπάντητες ανάγκες των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία (αλλά και όλων των ραγδαία φτωχοποιούμενων κοινωνικών στρωμάτων) ενάντια στη στοχοποίησή τους ως των «επικίνδυνων» ομάδων, για τα οποίες το μόνο που επιφυλάσσεται είναι η καταστολή, τα «ειδικά» τμήματα κλπ. 
17/12/2017
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Κατασκευάζοντας τον επικίνδυνο ασθενή


Υπάρχουν μικρές ιστορίες που εκτυλίσσονται μαζί με τις μεγάλες, ιστορίες που περνάνε στα κρυφά ή τις σκεπάζει η σιωπή μπροστά στον εκκωφαντικό θόρυβο των μεγάλων αφηγήσεων. Κι όμως οι μεν δεν μπορούν να ειδωθούν ξέχωρα από τις δε. Την τελευταία οκταετία ο ψυχιατρικός θεσμός συνιστά έναν από τους κατεξοχήν τόπους όπου χιλιάδες μικρές αφηγήσεις αντανακλούν την ευρύτερη κυρίαρχη αφήγηση, αυτή της βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης. Επιλέγοντας μια ιστορία από τις χιλιάδες θα επιδιώξουμε να διερευνήσουμε τη “σειρά συμβάντων της καριέρας ενός ασθενή”, να παρουσιάσουμε γεγονότα που αναδεικνύουν πώς προοδευτικά ένα πρόσωπο που χρειάζεται κάποιου τύπου βοήθεια, ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζεται αρχικά ως ένα υποκείμενο το οποίο ο ψυχίατρος έχει αποστολή να θεραπεύσει μετασχηματίζεται και προσαρμόζεται σε μια κατάσταση ως “αντικείμενο της βίας”.
Ο Δ. νοσηλεύεται από το 2010 στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής έχοντας με βάση το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα κριθεί ως ακαταλόγιστος για το θάνατο του θείου του. Από την ηλικία των τριών ετών έχει διαγνωστεί με κροταφική επιληψία και θεωρείται “φαρμακοεξαρτημένος”. Στο σπίτι από την παιδική του ηλικία υπάρχουν στιγμές έντασης και διαπληκτισμών. Ο Δ. περιγράφεται από τους γονείς του ως ένα απρόβλεπτο παιδί που κάποιες φορές συγκρούεται μαζί τους “όπως όλα τα παιδιά”. Η επιθετικότητά του περιορίζεται προς τα μέλη του στενού οικογενειακού του κύκλου με εκρήξεις θυμού και σπανιότερα βίας. Οι περιστασιακές του φυγές δε συνοδεύονται από επεισόδια βίας.
Η νοσηλεία του ξεκινάει σε ένα τμήμα του Ψ.ΝΑ χωρίς η παραμονή του σε αυτό να διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους ασθενείς που νοσηλεύονται με βάση το άρθρο 69 και διάγει μια μάλλον “φυσιολογική” νοσηλεία, κατά τη διάρκεια της οποίας συμπεριλαμβάνονται και έξοδοι από το Ψ.Ν.Α. για το σπίτι του. Προοδευτικά για λόγους που δε γνωρίζουμε αν ποτέ διερευνήθηκαν επαρκώς ξεκινάει μια αντιπαράθεση μεταξύ γονιών και μέρους του προσωπικού του νοσοκομείου. Από τη μια καταγγελίες για βία προς τον γιο και απαξιωτική συμπεριφορά από τους γιατρούς και από την άλλη διαμαρτυρίες για ελλιπή συνεργασία. Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο Δ. εμφανίζεται όλο και πιο εκνευρισμένος, όλο και πιο “απρόβλεπτος”. Παρ' όλα αυτά συνεχίζει να βγαίνει έξω μόνος του και σε καμία έξοδό του δεν αναφέρεται βίαιο συμβάν. Συμμετέχει σε εργοθεραπευτικές συνεδρίες και διατηρεί μια καλή σχέση με τη θεράπουσα ψυχίατρο. Μια μέρα βρίσκεται από τους γονείς του χτυπημένος ενώ το προσωπικό ισχυρίζεται ότι “τα έκανε μόνος του”. Μπαίνει σε απομόνωση σε ένα δωμάτιο όπου του παρέχονται κάποιες υποτυπώδεις ανέσεις. Συχνά περιορίζεται στο κρεβάτι του (μηχανική καθήλωση με ιμάντες). Παράλληλα, σε μια αδιανόητη κίνηση δύο ψυχίατροι ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων σε ψυχιατρική κλινική. Πράγματι το Νοέμβριο του 2013 οι γονείς του μεταφέρονται συνοδεία περιπολικών για ψυχιατρική εκτίμηση με το ερώτημα αν χρήζουν νοσηλείας και κρίνεται ότι δε συντρέχει τέτοιος λόγος.
Προοδευτικά γύρω από τον Δ. η ιδρυματική λογική ξεδιπλώνει την απόλυτη ισχύ της. Η όποια ευελιξία απαιτείται στη συνάντηση με το λεγόμενο “δύσκολο περιστατικό” εκμηδενίζεται. Οι απαντήσεις δίνονται μηχανικά σχεδόν αυτοματοποιημένα. Το ψυχιατρείο αναγάγεται σε ένα χώρο τεράστιας αντιπαράθεσης. Κάθε συμβάν διαβάζεται μονόδρομα, αποδιδόμενο ευθέως σε ψυχοπαθολογικά μοτίβα άλλοτε του ασθενούς και άλλοτε της οικογένειάς του, η οποία και αυτή με τη σειρά της θα αντιδράσει δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο όπου είναι αδύνατο να διακριθεί μια αρχή, ίσως γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Ο κύκλος της βίας είναι έτοιμος να πυροδοτηθεί ανά πάσα στιγμή. Αρκεί ένα τυχαίο συμβάν, μια ασυνήθης κατάσταση που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Κι αυτό το τυχαίο συμβάν δεν ήταν άλλο από τη φωτιά που ξέσπασε στο Ψ.Ν.Α. και οδήγησε στο φρικτό θάνατο τριών ανθρώπων από ασφυξία, όλων δεμένων στα κρεβάτια τους, γιατί προφανώς ανήκαν στην κατηγορία των “δύσκολων περιστατικών”.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτοί οι τρεις θάνατοι έρχονται να προστεθούν σε μια αλυσίδα θανάτων: έξι θάνατοι νοσηλευομένων στο Δαφνί από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015. Σε μια μόλις χρονιά το ψυχιατρικό κατάστημα «μέτρησε» μια αυτοκτονία, μια ανθρωποκτονία σε βάρος δεμένου ασθενούς από άλλο ασθενή, τον τριπλό θάνατο από την πυρκαγιά, αλλά και έναν θάνατο ασθενούς που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, εν συνεχεία το έσκασε και βρέθηκε τελικά νεκρός έξω από το ψυχιατρείο. Τα περιστατικά αυτά σε συνδυασμό «με τις επανειλημμένες καταγγελίες προς την Ειδική Επιτροπή του Υπουργείου Υγείας για παραβίαση των δικαιωμάτων των νοσηλευομένων δικαιούται να υποστηριχθεί ότι το ΨΝΑ ως οργανισμός βρίσκεται σε κρίση», αναφέρει η έκθεση της, σε γενικές γραμμές άχρωμης, Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές.
Προοδευτικά το όλο σκηνικό θυμίζει σύγκρουση, όπου ο καθένας χρησιμοποιεί όσα όπλα έχει διαθέσιμα: εισαγγελικές εντολές, εξώδικα, μηνύσεις και τιμωρητικά μέτρα όλα σε ένα γαϊτανάκι αναζήτησης και απόδοσης ευθυνών. Πιθανότατα ωθούμενη από την κατακραυγή για τους θανάτους η Διοίκηση του νοσοκομείου σπεύδει να πάρει θέση στην αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε γονείς και μέρος του προσωπικού. Τα όποια θεραπευτικά πλάνα προοδευτικά μετασχηματίζονται σε φυλακτικά μέτρα επιτήρησης και περιορισμού. Στον Δ. επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα. Χωρίς καμιά προοπτική, χωρίς κανένα πλάνο ο εγκλεισμός του Δ. εντείνεται. Παραμένει επί πάνω από δύο χρόνια σε απομόνωση, χωρίς καμιά δραστηριότητα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης παρά το γεγονός ότι ο θεράπων ιατρός του θεωρεί την κλινική του κατάσταση του σχετικά σταθεροποιημένη. Αναφορές μιλάνε για απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκαταστροφής.
Ο πατέρας καταγγέλλει: «Τον έχουν σε πλήρη και παρατεταμένη απομόνωση επί 9μηνου περίπου, σε μπουντρούμι ολίγων τετραγωνικών μέτρων, χωρίς παράθυρο, με καγκελωτό φεγγίτη με σήτα, σιδερένια πόρτα με καγκελωτό παραθυράκι ολίγων εκατοστών. Του έχουν στερήσει όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Κάποιοι από αυτούς τον εξύβριζαν χυδαιότατα, τον απειλούσαν, τον χτυπούσαν αλύπητα με χέρια και πόδια στο σώμα και το χειρουργημένο κεφάλι του, τον έσερναν στο δάπεδο σαν αρνί σε σφαγείο, τον δέσμευαν στην κλίνη του και στα 4 άκρα. Ο γιος μου μόνος προσπαθούσε απεγνωσμένα αμυνόμενος να διαφύγει για να μην υποστεί τα βασανιστικά μαρτύρια των παρατεταμένων απομονώσεων, πολυήμερων δεσμεύσεων επί κλίνης στα 4 άκρα, σε μια περίπτωση τραυματισμένος στο κεφάλι για 11 συνεχόμενες ημέρες από τον νοσηλευτή Ν.Κ κατόπιν εντολής της Διευθύντριας Ψυχιατρικής Ε.Μ, αφαίρεσης όλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του”.
Προφανώς λοιπόν και δεν παρέχεται κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και η μόνη θεραπεία του είναι φαρμακευτική. Παράλληλα η Διοίκηση προτιμά να παίξει το ρόλο της απαντώντας με εξώδικα προς του γονείς για τη μη τήρηση του επισκεπτηρίου, για τη μη συνεργασία τους κοκ. Αντί να αποτελέσει το θεματοφύλακα των κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Δ. και της λειτουργίας μιας πολυκλαδικής θεραπευτικής ομάδας, με στόχο μια παρέμβαση όχι προς αλλά μαζί με τον άμεσα ενδιαφερόμενο και τους γονείς, προσλαμβάνει ειδικό φυλακτικό προσωπικό (security). Όμως θα επισημάνουμε και πάλι πως κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης δεν μπορεί να είναι πλάνο φύλαξης. Αν στο νόημα της φύλαξης εμπεριέχεται επιτήρηση και όχι φροντίδα, νοιάξιμο και άνοιγμα σε μια διεργασία χειραφέτησης, το Ψ.Ν.Α θα παραμένει ένας όλο και πιο κατασταλτικός οργανισμός. Γιατί θα συμφωνήσουμε ότι υπάρχει ανάγκη φύλαξης: όχι όμως με το νόημα της επιτήρησης και του ελέγχου του Δ. αλλά δια-φύλαξης της ανθρωπιάς και της χειραφετητικής διαδικασίας τόσο για το Δ. όσο και για όλους τους εμπλεκόμενους.
Για άλλη μια φορά όλοι μιλάνε για τον “επικίνδυνο” Δ.. Αγνοώντας τις δεκάδες φωτιές που ανάβουν στο Ψ.Ν.Α. κάθε χρόνο για πολλούς και διαφορετικούς λόγους (πχ από ξεχασμένα τσιγάρα σε στρώματα κρεβατιών), απαλείφοντας κάθε δυνατότητα να διαβαστούν τα πολλαπλά επίπεδα του “τυχαίου συμβάντος”, Σωματείο εργαζομένων, ψυχίατροι και Διοίκηση αναγάγουν για άλλη μια φορά τη συζήτηση στο πρόσωπο του ασθενούς και την “επικινδυνότητα”.
Πώς όμως μπορεί κανείς να μιλήσει για την κρίση, τη δυσκολία, την “ακραία” συμπεριφορά ενός ανθρώπου αν δε μιλήσει παράλληλα για την κρίση, τη δυσκολία και την “ακραία” συμπεριφορά του συστήματος που το εμπεριέχει; Πώς είναι δυνατό να αναπτυχθεί οποιαδήποτε θεραπευτική σχέση όταν η βία κυριαρχεί, η διάχυτη επιθετικότητα μετασχηματίζεται σε μέτρα επιτήρησης κι όταν οι θεράποντες ιατροί ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων του ασθενή; Πώς είναι δυνατόν ένα σύστημα να είναι θεραπευτικό όταν δεν μπορεί να ακούσει τη δυσκολία παρά απαντά με θυμό και βία; Πώς μια συμπεριφορά που στο σπίτι ήταν επιθετική και απρόβλεπτη αλλά διαχειρίσιμη καταλήγει επικίνδυνη και τελικά μη διαχειρίσιμη με τον ασθενή να παραμένει για μεγάλο διάστημα δεμένος στο κρεβάτι του; Παίζει ρόλο για αυτή την κατάληξη το ιδρυματικό και φυλακτικό περιβάλλον και η απουσία στοιχειώδους εκπαίδευσης αποκλιμάκωσης των κρίσεων και μη βίαιης επικοινωνίας; Μήπως αν δεν υπήρχε η διάδραση με την οικογένεια ο Δ δεν θα είχε αναχθεί σε "επικίνδυνο", καθώς θα είχαν εφαρμοστεί πάνω του, και δια βίου, οι συνήθεις κατασταλτικές πρακτικές χωρίς κανένας να διαμαρτύρεται και να τις αμφισβητεί;
Ούτε οι ψυχίατροι ούτε το περιβάλλον του μπορεί να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την “επικινδυνότητα”. Η μόνη ευθύνη που αναγνωρίζεται είναι αυτή του ασθενούς και της ασθένειας του που δοκιμάζει τα όρια των βιολογικών και κατασταλτικών δυνατοτήτων του συστήματος καθώς η αρρώστια δε τιθασεύεται, δε δαμάζεται και ο άρρωστος δε συνεργάζεται. Βαθμιαία ένα πρόσωπο που μπορούσε να ζει σε μια γειτονιά με τις όποιες ιδιαίτερες ανάγκες και δυσκολίες αντιμετώπιζε, μεταμορφώνεται σε ένα τέρας: «Εγώ προσωπικά τον φοβάμαι και αύριο που εφημερεύω το σκέφτομαι με τρόμο», αναφέρει η Σ.Χ. ψυχίατρος. Κι είναι αυτός ο φόβος που χτίζει προοδευτικά τον ένα τοίχο μετά τον άλλο, που αντικαθιστά την “ευθύνη για” με την “ευθύνη σε».
Γνωρίζουμε ότι το ψυχιατρείο, από καταβολής του τόπος εγκλεισμού και αποσιώπησης, αποτέλεσε και αποτελεί ένα χώρο εκμηδένισης του νοήματος, μια “no man's land”, ένα χώρο που εξωθήθηκε ο “Άλλος”, ο ξένος, αυτός που αποκλίνει προκειμένου να διαφυλαχτεί η κοινωνική τάξη και ασφάλεια, καθώς οι όποιες θεραπευτικές προεκτάσεις που ενδεχομένως το προσωπικό ενστερνίζεται ή επιδιώκει αλλοιώνονται και εκμηδενίζονται μπροστά στη θεσμικό του χαρακτήρα, που περιλαμβάνει τη δυνατότητα περιχαράκωσης σε κλειστούς χώρους και την εφαρμογή ειδικών καθεστώτων. Για εμάς είναι σαφές πως τα όσα εκτυλίσσονται εντός των τοίχων του ιδρύματος απηχούν τις αντιφάσεις και τα όρια ενός συστήματος που δεν μπορεί να διαγνώσει παρά μόνο ψυχιατρικές ετικέτες , διερευνώντας και παράλληλα κατασκευάζοντας “επικίνδυνους” ασθενείς καθώς η θεραπευτική συνάντηση είναι αδύνατο να επιτευχθεί αν δεν αρθούν τα δεσμά που δένουν εργαζόμενους και κυρίως ασθενείς (τους τελευταίους και με μηχανικά δεσμά) σε μια λογική “τεχνικής βίας”. Φαίνεται όμως πως κατασκευάζοντας «επικίνδυνους ασθενείς» κατασκευάζεται και ο χώρος για τη δημιουργία νέων κατασταλτικών θεσμών, ειδικών χώρων αποκλεισμού και επιτήρησης, θεσμών που στο πνεύμα της εποχής συγκροτούν απαντήσεις ελέγχου και όχι ελευθερίας, εγκλεισμού και όχι χειραφέτησης. Αν θέλουμε να μιλάμε για θεραπεία δεν μπορούμε να μιλάμε παρά για ελευθερία που θα προασπίζει τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου που έχει βρεθεί σε ψυχική δυσφορία, δηλαδή εν δυνάμει του καθενός από εμάς.

25/10/2017

ΔΙΚΤΥΟ 'Ψ'  ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Παρέμβαση για τα Δικαιώματα στην Ψυχική Υγεία